Thursday, April 18, 2013

Μεταναστευτικό και αριστερά, με αφορμή τη Μανωλάδα


Με αφορμή τα γεγονότα στη Μανωλάδα, θα γράψω ένα ακόμα άρθρο, που ίσως να "μπερδέψει" και να μην αρέσει καθόλου σε μεγάλα κομμάτια της σημερινής αριστεράς.

Αυτό που έγινε στη Μανωλάδα είναι μια επίθεση των τσιφλικάδων εναντίον των εργατών, που ζουν σε άθλιες συνθήκες και τους εκμεταλλεύονται άγρια οι εργοδότες τους.

Καταρχήν, ας ξεκινήσουμε με τα σημεία που θεωρώ σωστά στη γραμμή της σημερινής αριστεράς, και μετά θα δούμε και που διαφωνώ:

Οι εργάτες αυτοί είναι μετανάστες, και σίγουρα αυτό αποδεικνύει ότι ο ρατσισμός χρησιμοποιείται από την άρχουσα τάξη για να διχάσει τους εργάτες, να τους στρέψει τον έναν εναντίον του άλλου, ώστε να τους αποδυναμώσει ("διαίρει και βασίλευε"). Δηλαδή ένας από τους βασικότερους λόγους για τους οποίους η άρχουσα τάξη μπορεί να ρημάζει τόσο άγρια τους μετανάστες εργάτες, είναι διότι έχει πείσει πολλούς ντόπιους εργάτες ότι "οι ξένοι φταίνε για όλα", οπότε αντί οι ντόπιοι εργάτες να στηρίξουν τους μετανάστες, "κάνουν τα στραβά μάτια" (μερικοί μπορεί και να γουστάρουν κιόλας!).

Επίσης, δίνω 100% δίκιο στους εργάτες αυτούς, ασχέτως εθνικότητας εννοείται, διότι όταν ζεις κάτω από τέτοιες συνθήκες, λογικό είναι να εξεγερθείς εναντίον του εκμεταλλευτή σου. Και όταν μάλιστα ο εργοδότης δε σου δίνει ούτε καν τα ελάχιστα δεδουλευμένα που τα δικαιούσαι λόγω της εργασίας και του μόχθου σου, τότε θα έλεγα ότι...και λίγα έκαναν οι εργάτες αυτοί. Και θα συμφωνήσω με το γνωστό σύνθημα "Έλληνες και ξένοι, εργάτες ενωμένοι", διότι όντως οι εργάτες πρέπει να είναι ενωμένοι για να διεκδικήσουν το κοινό τους συμφέρον.

Από εκεί και πέρα όμως, έστω και αν αυτές οι απόψεις είναι "αντιδημοφιλείς" και μάλλον θα "θαφτούν" κάτω από τις εξελίξεις με τους εργάτες στη Μανωλάδα, με την αριστερά να λέει τα ίδια τσιτάτα ότι οι μετανάστες είναι αδέρφια μας κτλ, εγώ θα πω και κάτι ακόμα:

Αν διαβάσει κανείς τα έργα του Μαρξ και του Λένιν, θα δει ότι ναι μεν μιλούσαν για την ανάγκη να είναι ενωμένοι οι προλετάριοι ("προλετάριοι όλου του κόσμου ενωθείτε"), αλλά φρόντιζαν να κάνουν και διαχωρισμό ανάμεσα στους "προλετάριους" και τους "λούμπεν προλετάριους", που τους θεωρούσαν ξεχωριστή κοινωνική τάξη, η οποία δεν είναι καθόλου σίγουρο ότι θα συμμαχήσει με το προλεταριάτο, μιας και έχει διαφορετικά συμφέροντα. [θα παραθέσω σχετικά κείμενα των Μαρξ και Λένιν στη συνέχεια που νομίζω ότι έχουν ενδιαφέρον].

Δηλαδή σε αντίθεση με τη "συνηθισμένη" ανάλυση ότι οι προλετάριοι είναι η κατώτερη τάξη του πληθυσμού, ο Μαρξ έδειξε ότι...υπάρχει και μία ακόμα κατώτερη τάξη, το "λούμπεν προλεταριάτο" όπως έχει ονομαστεί. Σε αυτή την τάξη περιλαμβάνονται -ανεξαρτήτως εθνικότητας προφανώς- ζητιάνοι, μικροκακοποιοί που πχ κλέβουν για να ζουν, κτλ. Αυτοί ίσως να πάρουν υπό κάποιους όρους την πλευρά του προλεταριάτου, αλλά ίσως και όχι.

Οι Μαρξ και Λένιν αναγνωρίζουν μάλιστα ότι γενικά αυτή η τάξη ΔΕΝ ευθύνεται η ίδια για την κατάσταση της, διότι ο καπιταλισμός τη δημιουργεί (πχ αν δε βρίσκεις δουλειά άνεργος για κάμποσα χρόνια, μετά καταντάς ζητιάνος (αν και σε αυτή την περίπτωση διατηρείς σε μεγάλη βαθμό την ιδεολογική σκέψη που είχες από πριν), ή/και καταφεύγεις σε μικροκλοπές, κτλ.  Παρόλα αυτά, προσπαθούν να ξεκαθαρίσουν ότι το λούμπεν προλεταριάτο είναι μια ξεχωριστή τάξη, και δεν μπορούμε από αυτή να περιμένουμε τα ίδια πράγματα που περιμένουμε από το προλεταριάτο (εργατική τάξη): 

Αυτό ισχύει διότι το λούμπεν προλεταριάτο δεν έχει αναπτύξει ταξική συνείδηση, είναι εξαθλιωμένο και βασίζεται περισσότερο στο μικροέγκλημα και στη φιλανθρωπία για να ζήσει, και όχι στο να πουλά την εργατική του δύναμη στον εργοδότη όπως κάνουν οι προλετάριοι. Επειδή ακριβώς βασίζονται σε μεγάλο βαθμό στη φιλανθρωπία και στο έγκλημα για να ζήσουν, δεν έχουν το ίδιο συμφέρον να ανατρέψουν τις υπάρχουσες κοινωικοπολιτικές δομές με τους προλετάριους.

Ο εργάτης πέφτει θύμα εκμετάλλευσης του μόχθου του από τον εργοδότη (όπως πχ οι εργάτες στη Μανωλάδα). Άρα, έχει άμεσο συμφέρον και κίνητρο να ανατρέψει το σημερινό σύστημα παραγωγής, διότι το σύστημα αυτό ευνοεί τους κεφαλαιοκράτςες που κατέχουν τα μέσα παραγωγής, έναντι των εργατών. Επίσης, έχοντας βιώσει στο πετσί της που οδηγεί η "εκμετάλλευση ανθρώπου από άνθρωπο", το προλεταριάτο είναι η μόνη τάξη που μπορεί να παλέψει και να σχεδιάσει το πέρασμα σε έναν άλλο τρόπο παραγωγής, που θα πάψει την ατομική ιδιοκτησία και τα όσα αυτή προκαλεί.

Αντίθετα, το λούμπεν προλεταριάτο δεν εργάζεται, πχ οι ζητιάνοι -είτε είναι Έλληνες είτε είναι αλλοδαποί- βασίζονται στο μόχθο των άλλων. Δηλαδή δε βρίσκουν το φαΐ τους μέσα από την εργασία που δημιουργεί νέο πλούτο, αλλά...από τη "φιλανθρωπία", δηλαδή τη μεταφορά του ήδη υπάρχοντος πλούτου από τη μία τσέπη στην άλλη.

Πριν δούμε και απόσπασμα από παλιότερο άρθρο μου, όπου υπάρχουν και σχετικές παρατηρήσεις των Μαρξ και Λένιν, μια τελευταία παρατήρηση-συμπέρασμα: 

Ασφαλώς και θα πρέπει να είμαστε 100% αλληλέγγυοι στον αγώνα των εργατών στη Μανωλάδα, απέναντι στη χειρότερη μορφή εργοδοτικής εκμετάλλευσης και επίθεσης των εκεί τσιφλικάδων και όσων των καλύπτουν. Και όντως οι μετανάστες αυτοί είναι αδέρφια μας όπως λέει και η αριστερά, διότι είναι εργάτες που μοχθούν και παράγουν για να ζήσουν, πέφτοντας μάλιστα θύματα τεράστιας εκμετάλλευσης, ρατσισμού, κτλ.

Όμως, καλώς ή κακώς, ΔΕΝ είναι αδέρφια μας οι "λούμπεν προλετάριοι", οι ζητιάνοι, μικροκακοποιοι, κτλ. Αυτοί ΔΕΝ είναι εργάτες,και δε θα πρέπει να τους τσουβαλιάζουμε. Εγώ δεν κοιτάζω την εθνικότητα τους - κοιτάζω την ταξική τους θέση: Άλλη είναι η θέση του εργάτη, και άλλη αυτή του ζητιάνου (άρα είναι άλλα και τα ταξικά τους συμφέροντα). Και όλα αυτά -επαναλαμβάνω- ανεξαρτήτως εθνικότητας (δηλαδή δεν περιμένω και πολλά πχ από τους Πακιστανούς ζητιάνους ή μικροκακοποιούς, αλλά επίσης δεν περιμένω και πολλά από τους Έλληνες ζητιάνους και μικροκακοποιούς. Μια εξαίρεση μπορεί να γίνει για τους λεγόμενους" νεόπτωχους", δηλαδή για αυτούς που είχαν μια εργατική θέση, αλλά τώρα έχουν γίνει ζητιάνοι λόγω ανεργίας. Αυτοί ναι μεν είναι ζητιάνοι, αλλά στο μυαλό τους ακόμα σκέφτονται σε μεγάλο βαθμό ως εργάτες (ανάλογα και με το τι μυαλό είχε ο καθένας από πριν βέβαια), άρα είναι ικανοί για ταξικοί πάλη, και άρα μπορούμε να συμμαχήσουμε κάπως πιο εύκολα με τέτοιες περιπτώσεις λούμπεν προλετάριων).

Η αριστερά σήμερα δε θέλει, ή και δεν μπορεί να αναγνωρίσει καν την ύπαρξη μιας άλλη "υπο-τάξης" κάτω από το προλεταριάτο. Δε μιλάει καν για "λούμπεν προλεταριάτο", και αρκείται στα γνωστά "οι μετανάστες είναι αδέρφια μας", ενώ πολλοί μετανάστες (όπως και κάποιοιΈλληνες βέβαια) είναι λούμπεν προλετάριοι, ανήκουν δηλαδή σε διαφορετική τάξη και έχουν διαφορετικά συμφέροντα. Και γι' αυτό και αδυνατεί να αντιπαρατεθεί νικηφόρα απέναντι στο ιδεολογικό "δηλητήριο" της άρχουσας τάξης (ρατσισμός, φασισμός, κτλ).

"Το λούμπεν προλεταριάτο, αυτό το παθητικό προϊόν σαπίλας των πιο χαμηλών στρωμάτων της παλιάς κοινωνίας, παρασέρνεται εδώ κι εκεί στο κίνημα από την προλεταριακή επανάσταση, όμως απ' τις συνθήκες της ζωής του είναι πάντα πρόθυμο να πουληθεί για αντιδραστικές ενέργειες."
Κ. Μαρξ, Κομμουνιστικό Μανιφέστο

Α ρε Μαρξ, αν σε διάβαζαν οι αριστεροί μπορεί και να καταλάβαιναν αυτά που γίνονται, αλλά τώρα...άστα να πάνε: Στο βίντεο, κάποιοι λούμπεν προλετάριοι (τυχαίνει να είναι από το Πακιστάν) πληρώθηκαν από το ΠΑΣΟΚ για να κουνάνε τις σημαίες του σε μια προεκλογική ομιλία του Βενιζέλου, μιας και το ΠΑΣΟΚ δεν έχει πλέον και πολλούς οπαδούς.

Εδώ και κάποια απόσπασμα από παλιότερο άρθρο, όχι μόνο με τις απόψεις μου, αλλά και με τις απόψεις των Μαρξ και Λένιν επί του θέματος:

Spoiler:
[...] Πέρα από αυτό όμως, που δεν είναι παρά η "κατάληξη" του ζητήματος, ας ρίξουμε μια ματιά και στη "ρίζα" του: Ποιος είναι ο λόγος που τα φασισταριά της Χρυσής Αυγής βρίσκονται εκεί; Γιατί κάποιοι τους ψήφισαν;

Είναι άραγε επειδή η "Χρυσή Αυγή" θα επιλύσει με φιλολαικό τρόπο την παγκόσμια καπιταλιστική κρίση; Μα πόσοι άραγε πιστεύουν ότι αυτά τα φασισταριά ξέρουν από παγκόσμιες οικονομίες ή οτιδήποτε τέτοιο; Μάλλον ελάχιστοι. Παρόλα αυτά όμως, αυτά τα φασισταριά ξέρουν, έστω και ενστικτωδώς, κάτι το ιδιαίτερα σημαντικό στην πολιτική:

Το Α και το Ω είναι να μπορέσεις να ορίσεις το ποιος είναι ο εχθρός, και να δείξεις και το πώς θα τον καταπολεμήσεις. Η "Χρυσή Αυγή" το έχει κάνει αυτό, έχει πει ότι "για όλα φταίνε οι Εβραίοι"...εεε, συγνώμη, "για όλα φταίνε οι Μουσουλμάνοι" ήθελα να πω.

Όπως επισημαίναμε και σε παλιότερο άρθρο:
Η άρχουσα τάξη σε όλα λίγο-πολύ τα κράτη έχει τρομερό πρόβλημα να πείσει "με το καλό" τους λαούς να δεχτούν μια τρομερή αύξηση της εκμετάλλευσης ("κινεζοποίηση"), προκειμένου οι τραπεζίτες να πάρουν τρις $ σε "πακέτα σωτηρίας", και οι βιομήχανοι να έχουν στη διάθεση τους φτηνούς εργάτες στη δύση ("αλλιώς πάμε και Ασία άμα λάχει..").

Ως εκ τούτου, ολοένα και περισσότεροι εργάτες κινητοποιούνται, και τα κράτη λαμβάνουν το ένα κατασταλτικό μέτρο μετά το άλλο, ώστε να μπορούν να παρακολουθούν και να χτυπούν το λαό, μιας και ξέρουν ότι τον έχουν ρημάξει (και θα τον ρημάξουν κι άλλο), και αυτό ξέρουν ότι οδηγεί το λαό στο να αντιδράσει.

Πώς θα αντιδράσει όμως;

Είναι φανερό πως όσο περισσότερο χτυπιέται ο λαός, τόσο περισσότερο θα αναζητά το "ποιος φταίει" για αυτή την επίθεση που δέχεται. Θα αναζητά δηλαδή τον εχθρό.

Ποιος λοιπόν είναι αυτός που ρημάζει άραγε το λαό; Όπως έχουμε δει και πάμπολλα άρθρα μας (πχ εδώ), οι ίδιοι οι αξιωματούχοι της άρχουσας τάξης (όπως πχ οι τραπεζίτες της Citigroup) παραδέχονται πως ελέγχουν ολιγοπωλιακά όλον τον κόσμο, και έχοντας κατορθώσει να αρπάξουν ένα τεράστιο μέρος του παγκόσμιου πλούτου και εξουσίας.

Και εννοείται πως όλα αυτά τα "επιτεύγματα" τους οι τραπεζίτες/βιομήχανοι/εφοπλιστές/δεσποτάδες, κτλ δεν τα κατάφεραν μόνοι τους. Είναι προφανές πως οι πολιτικοί της άρχουσας τάξης είναι εκείνοι που υπέγραψαν ένα σωρό αντιλαϊκούς νόμους, προκειμένου να ευνοήσουν τη συγκέντρωση του πλούτου στα χέρια μιας μικρής ολιγαρχίας.

Όταν λοιπόν ο κόσμος δε φαίνεται πλέον να δέχεται την κυριαρχία αυτής της ολιγαρχίας επάνω του, καθώς η κυριαρχία αυτή γίνεται ολοένα και πιο τυραννική, είναι προφανές πως η άρχουσα τάξη πρέπει εκτός από το να καταστείλει, να δώσει στο λαό ένα θύμα, να τον τον πείσει δηλαδή ότι ο εχθρός που αναζητά δεν είναι η ίδια η κυβέρνηση, οι τραπεζίτες ή οι βιομήχανοι, ούτε βέβαια το καπιταλιστικό σύστημα εν γένει. Αντίθετα, η άρχουσα τάξη προσπαθεί να δώσει στο λαό θύματα όπως οι Εβραίοι επί Χίτλερ, ομάδες δηλαδή στις οποίες φορτώνουν όλο το φταίξιμο, και αποτελούν έναν "σάκο του μποξ" για να ξεσπάσει η[δικαιολογημένη προφανώς] οργή του λαού χωρίς τα "σκάγια" να πάρουν την άρχουσα τάξη.
 Αυτός λοιπόν είναι εν πολλοίς ο λόγος της εμφάνισης της ακροδεξιάς. Και βέβαια, όπως και η εξέγερση της Τυνησίας μας υπενθύμισε με τον πιο ωμό τρόπο, παρακρατικές ομάδες τύπου "Χρυσής Αυγής" είναι πάρα πολύ χρήσιμες στο κράτος και για έναν άλλο λόγο, καθώς αν ο λαός εξεγερθεί, τότε αυτές οι ομάδες αναλαμβάνουν δράση εναντίον του (στην Τυνησία, τέτοιες παρακρατικές ομάδες αυτή τη στιγμή δολοφονούν κόσμο, προσφέροντας σημαντική βοήθεια στο κράτος, προκειμένου να καταστείλει το λαό)

Απέναντι σε αυτά, καθήκον της κομμουνιστικής αριστεράς δεν είναι βέβαια μόνο το "να πλακώσει στο ξύλο τους φασίστες", αν και είναι και αυτό. Είναι επίσης:

(α) να αναδείξει τον πραγματικό εχθρό της εργατικής τάξης, δηλαδή την ολιγαρχία των τραπεζιτών, βιομήχανων, εφοπλιστών, εκκλησίας και άλλων ντόπιων και ξένων εκμεταλλευτών, και να δείξει το πως θα απαλλαχτούμε από αυτούς.

(β)να αλλάξει τις θέσεις της στο θέμα των μεταναστών -ειδικά η "ροζ" αριστερά με τις εντελώς ανθρωπιστικές κινήσεις της θυμίζει περισσότερο ομάδες εθελοντών ανθρωπιστών τύπου "γιατροί χωρίς σύνορα", παρά μάχιμη πολιτική δύναμη που θέλει τάχα "να φέρει την αλλαγή".

[...] Σε ένα άλλο ποστ μας, είχαμε δει τη μεγάλη-αλλά-μισοξεχασμένη διάκριση που έκανε ο Μαρξ ανάμεσα στους εργάτες ("προλεταριάτο") και τους διάφορους ζητιάνους, μικροκακοποιούς, κτλ ("λουμπέν προλεταράτο"), δείχνοντας ότι μόνο οι πρώτοι είναι ικανοί για επανάσταση, αντίθετα οι "λουμπέν" δεν είναι. Αυτά ίσως σε κάποιους να μη λένε τίποτα, ωστόσο στο κομμάτι εκείνο της αριστεράς που αυτοπροσδιορίζεται ως "μαρξιστικό", θα έπρεπε να να λένε κάτι:
Η λέξη «λούμπεν προλεταριάτο» (γνωστό και ως υποπρολεταριάτο ή κουρελοπρολεταριάτο) προέρχεται ετυμολογικά από τη γερμανική λέξη Lumpen (κουρέλια) και δηλώνει τα άτομα που βρίσκονται σε κατάσταση απόλυτης ένδειας ή έσχατης κοινωνικής εξαθλίωσης. Το λούμπεν προλεταριάτο αντιστοιχεί προς την κατώτερη κάτω τάξη του εξαμερούς ταξινομικού σχήματος του αμερικανού κοινωνιολόγου Λ. Ουώρνερ.

Ο όρος χρησιμοποιείται για πρώτη φορά από τον Μαρξ στο βιβλίο του «Ταξικοί αγώνες στη Γαλλία» (1848), όπου διακρίνει εφτά κοινωνικές τάξεις και στρώματα: την αστική τάξη, τη βιομηχανική αστική τάξη, την εμπορική αστική τάξη, τους μικροαστούς, τους αγρότες, το προλεταριάτο και τέλος το λούμπευπρολεταριάτο.

Επίσης στο βιβλίο του «Η 18 Μπρυμαίρ του Λουδοβίκου Βοναπάρτη» περιγράφει αναλυτικά τα στοιχεία που συναποτελούν το λούμπεν προλεταριάτο. Τονίζει χαρακτηριστικά: «Πλάι στα διεφθαρμένα και τυχοδιωχτικά αποβράσματα της αστικής τάξης, βρίσκονταν αλήτες, απολυμένοι φαντάροι, πρώην κατάδικοι, δραπέτες των κάτεργων, απατεώνες, τσαρλατάνοι, λατζαρόνι, κλεφτοπορτοφολάδες, ταχυδαχτυλουργοί, χαρτοπαίκτες, προαγωγοί, μπορδελιάρηδες, χαμάληδες, γραφιάδες, λατερνατζήδες, ρακοσυλλέκτες, πλανόδιοι τροχιστές, γανωτζήδες και ζητιάνοι».
Παρακάτω χαρακτηρίζεται το λούμπεν προλεταριάτο ως «το απόβρασμα, το κατακάθι, το ξάφρισμα απ' όλες τις τάξεις, εκείνη η ακαθόριστη ή ξεχαρβαλωμένη μάζα που οι Γάλλοι ονομάζουν La Boheme (μποέμ)». Όμως ο Μαρξ δεν αρκείται στην εκτενή και διεισδυτική κριτική του γαλλικού λούμπεν προλεταριάτου, το οποίο στρατολογούσε τότε ο Λουδοβίκος Βοναπάρτης.
Στον πρώτο τόμο του «Κεφαλαίου» αναλύει διεξοδικά την ιστορική διαδικασία του χωρισμού του παραγωγού από τα μέσα παραγωγής, του χωρισμού της εργασίας από τις εξωτερικές συνθήκες εργασίας και τέλος τη μεταμόρφωση του παραγωγού σε μισθωτό εργάτη. Το πέρασμα από τη φεουδαρχία στον πρώιμο καπιταλισμό συνοδεύτηκε από το ξερίζωμα των φτωχών αγροτών από τα χωριά τους και τη βίαιη μετακίνηση τους στα αστικά κέντρα, όπου θα επάνδρωναν τις μανιφακτούρες και κύρια τις βιομηχανίες υφαντουργίας. Παρατηρείται κοντολογίς μια απότομη μετάβαση από την κατάσταση του μικροϊδιοκτήτη φτωχού καλλιεργητή στην κατάσταση του ανειδίκευτου μισθωτού προλετάριου, που αναζητούσε εναγωνίως εργασία. Όπως ήταν φυσικό τα περιπλανώμενα αυτά πλήθη των προλετάριων δεν ήταν μπορετό να απορροφηθούν άμεσα στη νεοσχηματιζόμενη βιομηχανία.

Ένα μεγάλο ποσοστό αποτελούσε τον εφεδρικό στρατό εργασίας, ενώ άλλοι - κάτω από την πίεση της ανεργίας και της πείνας - κατάντησαν κλέφτες, ληστές, απατεώνες και ζητιάνοι. Όμως αυτή τους η επιλογή δεν έγινε «με τη θέληση τους», αλλά κάτω από τις πιέσεις μιας σκληρής πραγματικότητας, δηλαδή των εκμεταλλευτικών παραγωγικών σχέσεων της μισθωτής δουλείας. Κοντολογίς η ένταξη μεγάλου μέρους του προλεταριάτου σ' αυτό που ονομάζεται «λούμπεν προλεταριάτο» δεν επήλθε ως «υποκειμενική» ενσυνείδητη επιλογή (όπως π.χ. η ελληνική περίπτωση των ρεμπετών), αλλά ήρθε ως αποτέλεσμα ενός αντικειμενικού προτσές βίαιης προλεταριοποίησης της αγροτιάς στη διαδικασία μορφοποίησης του πρώιμου καπιταλισμού, που ήρθε ν' αντικαταστήσει τον φεουδαρχικό δεσποτισμό.

Έτσι και οι πρόσφυγες από Αφγανιστάν, Ιράκ και άλλα τέτοια μέρη έρχονται λόγω των ιμπεριαλιστών επιθέσεων, και αδυνατούν όμως να ενωθούν με τους ντόπιους εργάτες, διότι πολλοί εξ αυτών...δεν είναι εργάτες. Έχουν τσαλαπατηθεί τόσο πολύ, που πλέον είναι "λουμπέν".
Ο καπιταλισμός νομοτελειακά έχει ανάγκη από ένα απόθεμα εργαζομένων δίχως απασχόληση. Αυτή ακριβώς η περιοδική απασχόληση δημιουργεί τον εφεδρικό στρατό εργασίας και αναπόφευκτα μια εξαθλίωση περιστασιακή (για τα μεμονωμένα άτομα) και διαρκή (για την εργατική τάξη). Πρόκειται για μια εξαθλίωση δίχως όρια, που μπορεί να φτάσει μέχρι το θάνατο από πείνα. Άλλωστε «η αστυνομία θα αγρυπνά, ώστε (ο εργάτης) να πεθάνει της πείνας μ' ένα τρόπο ήσυχο, καθόλου προσβλητικό για την αστική τάξη».
Οι άνεργες προλεταριακές μάζες επιδίδονται σε κάθε είδους δραστηριότητες (ακόμα και στη ζητιανιά ή τις κλοπές) προκειμένου να εξασφαλίσουν τα προς το ζην.


Η ζητιανιά παίρνει έναν ιδιαίτερο χαρακτήρα. Οι άνθρωποι περιφέρονται στους δρόμους μεμψιμοιρώντας ή ζητούν ελεημοσύνη βγάζοντας ένα μικρό λόγο. Οι ζητιάνοι των εργατικών συνοικιών ζουν με ό,τι τους προσφέρουν οι άλλοι εργάτες. Σε ορισμένες περιπτώσεις μια ολόκληρη οικογένεια «εγκαθίσταται σιωπηλά στην άκρη ενός πολυσύχναστου δρόμου», προκειμένου να συγκινήσουν τους περαστικούς.
Βέβαια, "από την άλλη πλευρά", ο Λένιν έγραψε επίσης και το εξής:
"Ο καπιταλισμός δημιούργησε μια ιδιαίτερη κατηγορία μετανάστευσης των λαών. Οι γρήγορα αναπτυσσόμενες χώρες στο βιομηχανικό τομέα, χρησιμοποιώντας περισσότερες μηχανές, εκτοπίζοντας τις καθυστερημένες χώρες από την παγκόσμια αγορά, ανεβάζουν το μισθό εργασίας πάνω από το μέσο επίπεδο και προσελκύουν μισθωτούς εργάτες από τις καθυστερημένες χώρες. Εκατοντάδες χιλιάδες εργάτες φεύγουν έτσι και πηγαίνουν εκατοντάδες και χιλιάδες χιλιόμετρα μακριά. Ο αναπτυγμένος καπιταλισμός τους παρασύρει βίαια στη δίνη του, τους αποσπά από τις απόμερες γωνιές, τους υποχρεώνει να συμμετέχουν σε ένα κοσμοϊστορικό κίνημα, τους φέρνει αντιμέτωπους με την ισχυρή, ενωμένη, διεθνή τάξη των βιομηχάνων. Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι μόνο η εξαιρετική φτώχεια αναγκάζει τους ανθρώπους να εγκαταλείπουν την πατρίδα τους, και ότι οι καπιταλιστές εκμεταλλεύονται με τη μεγαλύτερη ασυνειδησία τους εργάτες-μετανάστες. Αλλά μόνο αντιδραστικοί μπορούν να κλείνουν τα μάτια στην προοδευτική σημασία της σύγχρονης αυτής μετανάστευσης των λαών. Λυτρωμός από το ζυγό του κεφαλαίου δεν υπάρχει και δεν μπορεί να υπάρξει, χωρίς την παραπέρα ανάπτυξη του καπιταλισμού, χωρίς την ταξική πάλη στη βάση του. Και σε αυτήν ακριβώς την πάλη τραβάει ο καπιταλισμός τις εργαζόμενες μάζες όλου του κόσμου, αναταράζοντας τη μουχλιασμένη και απονεκρωμένη τοπική ζωή, εξαλείφοντας τους εθνικούς φραγμούς και προλήψεις, συνενώνοντας τους εργάτες όλων των χωρών σε τεράστιες φάμπρικες και μεταλλεία της Αμερικής, της Γερμανίας κτλ. (…) Η αστική τάξη διεγείρει τους εργάτες του ενός έθνους ενάντια στους εργάτες του άλλου έθνους, προσπαθώντας να τους διαιρέσει. Οι ταξικά συνειδητοί εργάτες, κατανοώντας ότι είναι αναπόφευκτο και προοδευτικό το σπάσιμο όλων των εθνικών φραγμών που βάζει ο καπιταλισμός, προσπαθούν να βοηθήσουν στη διαφώτιση και την οργάνωση των συντρόφων τους από τις καθυστερημένες χώρες»
Η φαινομενική "αντίθεση" αυτού του κειμένου με το προηγούμενο, γίνεται εύκολα κατανοητή, αν δει κανείς πως ο Λένιν μιλά για εργάτες, τους οποίους όμως έχει φροντίσει να διαχωρίσει από τους λουμπέν. Αντίθετα, η αριστερά σήμερα δεν κάνει κανέναν τέτοιο διαχωρισμό, ούτε καν αναγνωρίζει την ύπαρξη του "λουμπέν προλεταριάτου", όπως το όρισε ο Μαρξ (τον οποίον επικαλείται!).

Με αφορμή τη σφαγή των εργατών στη Μανωλάδα,κάτι από το παρελθόν (ή μήπως το μέλλον;)


Σε λίγες μέρες από σήμερα, στις 20 Απριλίου, είναι η επέτειος της λεγόμενης "σφαγής του Λάντλοου", μιας από τις πιο ιστορικές στιγμές για το παγκόσμιο εργατικό κίνημα (περισσότερες πληροφορίες μπορούν να βρεθούν πχ εδώ και εδώ). Είχα σκοπό να ανεβάσω αυτό το άρθρο τότε, ανήμερα της "επετείου", αλλά τα γεγονότα στη Μανωλάδα με πρόλαβαν, και το ανεβάζω σήμερα, για να θυμηθούμε μερικές "εικόνες από το παρελθόν", που όμως...αντανακλούν άριστα το μέλλον που μας ετοιμάζουν. Ετοιμαστείτε για πολλές τέτοιες μάχες, ώστε αυτή τη φορά να νικήσουμε εμείς, και όχι αυτοί:
***

Το 1914 ανθρακωρύχοι που δούλευαν κάτω από απάνθρωπες συνθήκες ξεσηκώθηκαν όταν ένας συνδικαλιστής σκοτώθηκε το φθινόπωρο του 1913. Οι εργαζόμενοι των ορυχείων CFI, που ανήκαν στην οικογένεια Ροκφέλερ, κατέβηκαν σε απεργία.

Τα αιτήματα των απεργών του Κολοράντο ήταν:
  • η αναγνώριση του συνδικάτου.
  • το οκτάωρο εργασίας.
  • η εκλογή από τους εργάτες των επιστατών.
  • πληρωμή για τις ώρες εργασίας που δεν είχαν άμεση σχέση με την εξώρυξη άνθρακα (π.χ. συντήρηση των υποστυλωμάτων, καθαρισμός των στοών κτλ).
  • αύξηση μισθών.
  • δικαίωμα συναλλαγών σε οποιοδήποτε κατάστημα (έως τότε ήταν αναγκασμένοι να ξοδεύουν τα χρήματά τους μόνο σε καταστήματα που ανήκαν στην εταιρεία).
  • το δικαίωμα επιλογής των γιατρών (τους επέλεγε αναγκαστικά η εταιρεία γα αυτούς - για προφανείς λόγους).
  • επιλογή μέρους κατοικίας (αναγκαστικά στεγάζονταν στις κατοικίες που ενοικίαζε η εταιρεία).
  • εφαρμογή των νόμων περί ορυχείων του Κολοράντο.
Η απεργία προκάλεσε την άγρια αντίδραση της οικογένειας Ροκφέλερ. Προσέλαβε το Πρακτορείο Ντετέκτιβ «Μπάλντουιν-Φελτς», προκειμένου να τρομοκρατήσει τους απεργούς και τη συνδικαλιστική τους ηγεσία. Το Πρακτορείο είχε σπουδαία φήμη σ' όλη την Αμερική για την αποτελεσματικότητά του στην καταστολή απεργιών. Προμήθευσε την εργοδοσία με οπλισμένους φρουρούς, ελεύθερους σκοπευτές, πράκτορες, επαγγελματίες προβοκάτορες, ακόμη μ' ένα τεθωρακισμένο όχημα με πολυβόλο.

το τεθωρακισμένο

Οι επιθέσεις των ανθρώπων της εργοδοσίας ήταν καθημερινό φαινόμενο στις κατασκηνώσεις, που εν τω μεταξύ είχαν στήσει οι απεργοί. Στις 17 Οκτωβρίου 1913 ένας απεργός σκοτώθηκε και δύο παιδιά τραυματίσθηκαν από τους πολυβολισμούς του τεθωρακισμένου οχήματος. Η κατάσταση είχε φθάσει στο απροχώρητο με τους απεργούς να μην υποχωρούν. Στις 28 Οκτωβρίου ο κυβερνήτης του Κολοράντο, Ιλάιας Άμονς, αποφάσισε να πάρει την κατάσταση στα χέρια του. Απέστειλε την Εθνοφρουρά στο Λάντλοου για να επιβάλει την τάξη και να διαλύσει την απεργία.


Η Εθνοφρουρά συνέχισε να κατατρομοκρατεί τους απεργούς, το ηθικό των οποίων χαλυβδωνόταν με την πάροδο του χρόνου. Ύστερα από τρεις μήνες στασιμότητας, ο κυβερνήτης Άμονς αποφάσισε να αποσύρει την Εθνοφρουρά, μη αντέχοντας το κόστος διατήρησής της επί μακρόν στο πεδίο της μάχης. Τότε οι Ροκφέλερ προσφέρθηκαν να επανδρώσουν με δικό τους προσωπικό την Εθνοφρουρά.

Στις 10 Μαρτίου 1914 ένας απεργοσπάστης βρέθηκε νεκρός στις γραμμές του τρένου κοντά στον καταυλισμό των απεργών. Ηταν η αφορμή για τις δυνάμεις καταστολής να ξεκαθαρίσουν μια και καλή την κατάσταση.

Η Εθνοφρουρά με τη νέα της σύνθεση αποφάσισε να ισοπεδώσει τις τεντουπόλεις, αν και ήταν σε χώρο ιδιοκτησίας των ανθρακωρύχων. Επελέγη η κατασκήνωση Λάντλοου, 30 χιλιόμετρα βόρεια της πόλης Τρίνινταντ. Το πρωί της 20ης Απριλίου οι εθνοφρουροί άνοιξαν πυρ, την ώρα που η ελληνική κοινότητα των ανθρακωρύχων γιόρταζε το Πάσχα με τον πατροπαράδοτο τρόπο.

Οι απεργοί ανταπέδωσαν το πυρ και η μάχη διήρκεσε επί ώρες. Ο ελληνικής καταγωγής συνδικαλιστής Λούης Τίκας, επικεφαλής της κατασκήνωσης, ζήτησε αργά το απόγευμα εκεχειρία από την Εθνοφρουρά. Ο επικεφαλής της, υπολοχαγός Λίντερφελντ, χτύπησε με τον υποκόπανο του όπλου τον Τίκα και τον έριξε στο έδαφος. Τρεις σφαίρες από όπλα εθνοφρουρών βρήκαν στην πλάτη τον πεσμένο συνδικαλιστή και τον αποτελείωσαν, σε ηλικία 30 ετών. Οι εθνοφρουροί επέδραμαν στη συνέχεια στην κατασκήνωση του Λάντλοου και την παρέδωσαν στις φλόγες. 17 άνθρωποι από την πλευρά των ανθρακωρύχων σκοτώθηκαν εκείνη την ημέρα, που έμεινε στην ιστορία ως «Η σφαγή του Λάντλοου».


Φωτογραφία από την πομπή στη κηδεία του Λούη Τίκα

Τα νέα διαδόθηκαν γρήγορα απ' άκρου εις άκρον των ΗΠΑ. Οπλισμένοι εργάτες από παρακείμενα ανθρακωρυχεία κινήθηκαν εναντίον της εθνοφρουράς του Κολοράντο, πολλοί άνδρες της οποίας αρνήθηκαν να χτυπήσουν τους απεργούς. Ομάδες απεργών δυναμίτισαν ανθρακωρυχεία και κατέλαβαν πόλεις του Κολοράντο. Στο Κογκρέσο, ο σοσιαλιστής βουλευτής του Ουισκόνσιν Βίκτωρ Μπέργκερ ζήτησε απ' τους εργαζομένους να πάρουν τα όπλα για να υπερασπισθούν τους εαυτούς τους.

Η κατάσταση ήταν εκτός ελέγχου. Έπειτα από 10 μέρες συγκρούσεων, ο κυβερνήτης του Κολοράντο, Ιλάιας Άμονς, ζήτησε την συνδρομή του Προέδρου Γούντροου Ουίλσον. Ο ομοσπονδιακός στρατός που εστάλη στην περιοχή αφόπλισε τους απεργούς, οι οποίοι αναγκάστηκαν να επιστρέψουν στα ανθρακωρυχεία χωρίς να γίνουν δεκτά τα αιτήματά τους. Μάλιστα, η εργοδοσία προχώρησε σε εκτεταμένες απολύσεις, αντικαθιστώντας τους απεργούς με μη συνδικαλισμένους εργάτες. Από την Εθνοφρουρά κανείς δεν διώχθηκε για τις επιθέσεις στους απεργούς και τις οικογένειές τους, που στοίχισαν τη ζωή σε 66 ανθρώπους, ηλικίας από 2,5 έως 45 ετών.

Η μάχη αυτή ίσως να χάθηκε, αλλά πάντως, οι εργάτες εκείνοι κέρδισαν με αίμα κατακτήσεις που σήμερα παρουσιάζονται αφελώς ως "ουρανοκατέβατες", "αυτονόητες", ή "δώρο" της άρχουσας τάξης προς τους εργαζόμενους.

Για το τέλος, μερικά αποσπάσματα από την άποψη του  Ροκφέλερ για τα γεγονότα - ο Ρόκφελερ παραδέχεται ωμά και αβίαστα ότι είναι υπέρ του να εκτελεστούν οι εργάτες, παρά να τους επιτρέψει να οργανωθούν σε σωματεία (δε ξέρω αν οι τσιφλικάδες στην Μανωλάδα έχουν πάρει μαθήματα, πάντως δεν είναι τυχαίο ότι τα ποσοστά της Χρυσής Αυγής ήταν υψηλά εκεί, διότι οι εργοδότες αυτοί θέλουν να τσακίσουν τον εργάτη χωρίς αυτός να βγάζει άχνα):
CHAIRMAN: And you are willing to go on and let these killings take place . . . rather than go out there and see if you might do something to settle those conditions?

ROCKEFELLER: There is just one thing . . . which can be done, as things are at present, to settle this strike, and that is to unionize the camps; and our interest in labor is so profound . . . that interest demands that the camps shall be open [nonunion] camps that we expect to stand by the [Colorado Fuel and Iron Company] officers at any cost. . . .

CHAIRMAN: And you will do that if it costs all your property and kills all your employees?

ROCKEFELLER: It is a great principle.

Σαν σήμερα, 18/04/1955, πεθαίνει ο Άλμπερτ Αινστάιν - ένα πολύ επίκαιρο πολιτικό του άρθρο


Με αφορμή την "επέτειο" του θανάτου το Αινστάιν, αναδημοσιεύουμε, μεταφρασμένο στα ελληνικά, ένα άρθρο του στο Monthly review με τίτλο "Γιατί σοσιαλισμός" (κάτι τέτοια έγραφε και τον είχαν τότε υπό παρακολούθηση...ως υπόπτο για πράκτορα των Σοβιετικών - δεν κάνω πλάκα):
***

Ας εξετάσουμε πρώτ’ απ’ όλα το ζήτημα αυτό από την άποψη της επιστημονικής γνώσης. Μπορεί να φανεί ότι δεν υπάρχουν ουσιαστικές μεθοδολογικές διαφορές ανάμεσα στην αστρονομία και την οικονομία: οι επιστήμονες και στους δύο τομείς προσπαθούν να ανακαλύψουν τους νόμους, που έχουν γενική εφαρμογή σε ορισμένες ομάδες φαινομένων; για να κάνουν την αμοιβαία σχέση των φαινομένων αυτών όσο γίνεται πιο κατανοητή.

Αλλά τέτοιες μεθοδολογικές διαφορές υπάρχουν στην πραγματικότητα. Η ανακάλυψη των γενικών νόμων στον τομέα της οικονομίας είναι δυσκολότερη γιατί τα υπό παρατήρηση οικονομικά φαινόμενα, επηρεάζονται συχνά από πολλούς παράγοντες, που είναι πάρα πολύ δύσκολο να εκτιμηθούν ξεχωριστά. Εκτός από αυτό, η πείρα που συγκεντρώθηκε από την αρχή της λεγόμενης πολιτισμένης περιόδου της ανθρώπινης ιστορίας, υποβάλλονταν και υποβάλλεται, ως γνωστόν, σε σοβαρές επιδράσεις και περιορισμούς όχι μόνο οικονομικού χαρακτήρα. Για παράδειγμα, οι περισσότερες μεγάλες δυνάμεις στην ιστορία οφείλουν την ύπαρξη τους στις κατα­κτήσεις. Οι λαοί κατακτητές εδραιώνονταν νομικά και οικονομικά ως προνομιούχα τάξη στην κατακτημένη χώρα… Πουθενά δεν έχει ξεπεραστεί πραγματικά εκείνο που ο Βέμπλεν αποκαλεί «ληστρική φάση» ανάπτυξης της ανθρωπότητας. Ορισμένα οικονομικά γεγονότα, που παρατηρούμε, αφορούν τη φάση αυτή και μάλιστα οι νόμοι, που μπορούμε να εξάγουμε από αυτά, δεν είναι εφαρμόσιμοι σε καμιά άλλη φάση. Δεδομένου ότι ο πραγματικός σκοπός του σοσιαλισμού είναι ακριβώς να ξεπεράσει τη «ληστρική φάση» στην ανάπτυξη της ανθρωπότητας και να προχωρήσει προς τα εμπρός, η οικονομική επιστήμη στη σημερινή κατάστασή της μπορεί να ρίξει μόνο ένα πολύ ασήμαντο φως στη σοσιαλιστική κοινωνία του μέλλοντος.

Δεύτερο, ο σκοπός του σοσιαλισμού είναι κοινωνικοηθικός. Η επιστήμη δεν μπορεί να δημιουργεί σκοπούς και είναι ακόμη λιγότερο ικανή να τους εμφυσήσει στους ανθρώπους. Το μέγιστο που μπορεί να κάνει η επιστήμη είναι να προσφέρει τα μέσα για την επίτευξη ορισμένων σκοπών. Αλλά αυτοί καθαυτοί οι σκοποί επιτυγχάνονται από προσωπικότητες με υψηλά ηθικά ιδανικά και, αν οι σκοποί αυτοί δεν είναι θνησιγενείς αλλά βιώσιμοι και ισχυροί, τους υπoστηρίζουν και τους αναπτύσσουν πολλοί άνθρωποι, που καθορίζουν εν μέρει υποσυνείδητα την αργή εξέλιξη της κοινωνίας.

Λόγω των αιτίων αυτών οφείλουμε να είμαστε προσεκτικοί και να μην υπερεκτιμούμε την επιστήμη και τις επιστημονικές μεθόδους, όταν η υπόθεση αφορά ανθρώπινα προβλήματα. Δεν πρέπει επίσης να σκεφτόμαστε ότι μόνο οι ειδικοί έχουν το δικαίωμα να διατυπώνουν τη γνώμη τους για τα ζητήματα οργάνωσης της κοινωνίας.

Τελευταία ακούγονται πάρα πολλές φωνές ότι η ανθρώπινη κοινωνία περνάει κρίση, ότι η σταθερότητά της έχει κλονιστεί σοβαρά. Η κατάσταση αυτή χαρακτηρίζεται από το γεγονός ότι τα άτομα αδιαφορούν ή ακόμα και εχθρεύονται τις μικρές ή μεγάλες ομάδες όπου ανήκουν. Για να δείξω τι εννοώ, επιτρέψτε να επικαλεστώ την προσωπική μου πείρα. Πρόσφατα, συζητώντας με έναν έξυπνο και αξιόπιστο άνθρωπο για την απειλή πολέμου που, κατά τη γνώμη μου, θα αποτελούσε σοβαρό κίνδυνο για την ίδια την ύπαρξη της ανθρωπότητας, διαπίστωσα ότι μόνο μια υπερεθνική οργάνωση μπορεί να μας προφυλάξει από τον κίνδυνο αυτό. Σχετικά με αυτό ο συνομιλητής μου, μου είπε πολύ ήρεμα και ψυχρά: «Μα γιατί φοβόσαστε τόσο την εξαφάνιση της ανθρώπινης φυλής;».

Είμαι βέβαιος ότι μόλις έναν αιώνα πριν κανείς δε θα έκανε παρόμοια παρατήρηση με τόση ευκολία. Πρόκειται για δήλωση ανθρώπου που μάταια προσπαθούσε να βρει ισορροπία μέσα του και έχασε πρακτικά την ελπίδα για επιτυχία. Ποια όμως είναι η αιτία; Υπάρχει διέξοδος;

Ο άνθρωπος είναι ταυτόχρονα προσωπικότητα και κοινωνικό ον. Ως προσωπικότητα πρoσπαθεί να προστατεύσει τη δική του ύπαρξη και την ύπαρξη των οικείων του, να ικανοποιήσει τις προσωπικές τους επιθυμίες και να αναπτύξει τις ικανότητές του. Σαν κοινωνικό ον επιδιώκει να κερδίσει την αναγνώριση και την αγάπη των άλλων ανθρώπων, να συμμεριστεί τις χαρές τους, να τους παρηγορήσει στη λύπη, να καλυτερέψει τους όρους ζωής τους. Μόνο η ύπαρξη αυτών των διαφόρων, συχνά αντιφατικών επιδιώξεων καθορίζει τον ιδιαίτερο χαρακτήρα του ανθρώπου και από τους ιδιόμορφους συνδυασμούς τους εξαρτάται ο βαθμός που το άτομο μπορεί να πετύχει την εσωτερική ισορροπία και να συμβάλει στην ευημερία της κοινωνίας. Είναι εντελώς δυνατό η σχετική δύναμη των δυο αυτών επιδιώξεων να είναι βασικά προσδιορισμένη από την κληρονομικότητα. Αλλά η προσωπικότητα διαμορφώνεται οριστικά στο περιβάλλον, όπου ο άνθρωπος βρίσκεται στη διαδικασία της ανάπτυξής του, από τη διάρθρωση της κοινωνίας όπου μεγαλώνει, από τις παραδόσεις της κοινωνίας αυτής, από το πώς εκτιμά τους διάφορους τύπους συμπεριφοράς. Η αφηρημένη έννοια «κοινωνία» σημαίνει για το ατoμικό ανθρώπινο ον το σύνολο των άμεσων και έμμεσων αμοιβαίων σχέσεων με τους σύγχρονούς του και με όλες τις προηγούμενες γενεές. Το άτομο είναι σε θέση να σκέπτεται, να νοιώθει, να προσπαθεί να εργαστεί αυτοτελώς, αλλά εξαρτάται τόσο πολύ από την κοινωνία στη φυσική, διανοητική και συναισθηματική ύπαρξή του, που είναι αδύνατο να σκέπτεται γι’ αυτήν ή να την κατανοεί εκτός των πλαισίων της κοινωνίας. Η «κοινωνία» αυτή εξασφαλίζει στον άνθρωπο τροφή, ενδυμασία, κατοικία, εργαλεία εργασίας, τον προικίζει με γλώσσα, με τις μορφές και το βασικό περιεχόμενο των σκέψεων. Η ζωή του είναι δυνατή χάρη στην εργασία και στα επιτεύγματα πολλών εκατομμυρίων ανθρώπων στο παρελθόν και στο παρόν, όλων εκείνων που κρύβονται πίσω από τη μικρή λέξη «κοινωνία» …

0 άνθρωπος κατά τη γέννησή του χάρη στην κληρονομικότητα αποκτά βιολογική σύσταση, που πρέπει να τη θεωρούμε καθορισμένη και αμετάβλητη, η οποία περιλαμβάνει φυσικές επιδιώξεις που είναι χαρακτηριστικές για τα ανθρώπινα όντα. (Όπως αναφέραμε παραπάνω, η βιολογική φύση του ανθρώπου δεν μπορεί να αλλάξει για πρακτικούς λόγους). Εκτός από αυτό, στη διάρκεια της ζωής του αποκτά πολιτιστική ψυχοσύνθεση, που την παίρνει από την κοινωνία μέσω της επικοινωνίας και με πολλά άλλα είδη επίδρασης… Η κοινωνική συμπεριφορά των ανθρώπινων υπάρξεων μπορεί να διαφέρει πολύ ανάλογα με τα επικρατούντα πολιτιστικά πρότυπα και τύπους οργάνωσης που κυριαρχούν στην κοινωνία. Σε αυτό ακριβώς βασίζουν τις ελπίδες όσοι επιδιώκουν να καλυτερέψουν την τύχη του ανθρώπου: οι άνθρωποι δεν είναι καταδικασμένοι λόγω της βιολογικής τους ψυχοσύνθεσης να αλληλοεξοντώνονται ή να παραδίδονται στο έλεος της σκληρής και αναπόφευκτης μοίρας.
Αν αναρωτηθούμε πώς πρέπει να αλλάξουμε τη διάρθρωση της κοινωνίας και του πολιτισμού της για να γίνει πιο ευνοϊκή η ανθρώπινη ζωή, πρέπει να θυμούμαστε ότι πάντα υπάρχουν ορισμένες συνθήκες που δεν μπορούμε να τις αλλάξουμε. Πολύ περισσότερο, οι τεχνoλογικές και δημογραφικές διαδικασίες μερικών τελευταίων αιώνων δημιούργησαν συνθήκες που είναι επίσης αμετάβλητες. Στις περιοχές με μόνιμο και πυκνό πληθυσμό η παραγωγή των αναγκαίων για τη ζωή αγαθών προϋποθέτει υποχρεωτικά τον καταμερισμό της εργασίας και μια μεγάλη συγκέντρωση παραγωγικού μηχανισμού. Η εποχή που τα άτομα ή συγκριτικά μικρές ομάδες μπορούσαν να έχουν πλήρη επάρκεια, η οποία όταν κοιτάμε στα περασμένα μας φαίνεται τόσο ειδυλλιακή, έφυγε μια για πάντα. θα είναι απλώς μια μικρή υπερβολή αν πούμε ότι από την άποψη της παραγωγής και κατανάλωσης η ανθρωπότητα αποτελεί σήμερα κιόλας μια παγκόσμια κοινότητα.

Τώρα μπορώ να προσδιορίσω σύντομα την ουσία της σημερινής κρίσης. Πρόκειται για τη στάση του ατόμου απέναντι στην κοινωνία. Το άτομο συνειδητοποιεί σε μεγαλύτερο βαθμό παρά ποτέ άλλοτε την εξάρτησή του από την κοινωνία. Όμως δεν εκλαμβάνει την εξάρτηση αυτή ως θετικό φαινόμενο, ως οργανική σχέση, ως προστατευτική δύναμη, αλλά μάλλον ως απειλή κατά των φυσικών του δικαιωμάτων ή ακόμα και κατά της οικονομικής του ύπαρξης. Πολύ περισσότερο, η θέση του στην κοινωνία είναι τέτοια που οι εγωιστικές επιδιώξεις του αυξάνουν συνεχώς, ενώ οι κοινωνικές, πιο αδύνατες από τη φύση τους επιδιώξεις του, όλο και πιο πολύ καταρρέουν. Όλοι οι άνθρωποι ανεξάρτητα από τη θέση τους στην κοινωνία υποφέ­ρουν από τη διαδικασία αυτή. Αιχμάλωτοι του εγωισμού τους, χωρίς οι ίδιοι να το αντιλαμβάνoνrαι, νοιώθουν ανυπεράσπιστοι, μοναχικοί, στερημένοι από την ικανότητα, με αφέλεια, απλά και απερίσκεπτα να χαίρονται τη ζωή. 0 άνθρωπος μπορεί να βρει νόημα στη ζωή – που είναι τόσο σύντομη και γεμάτη κινδύνους – μόνο αφιερώνοντας τον εαυτό του στην κοινωνία.

Η οικονομική αναρχία της καπιταλιστικής κοινωνίας, όπως υπάρχει σήμερα, είναι κατά τη γνώμη μου η πραγματική πηγή του κακού. Βλέπουμε μια τεράστια μάζα παραγωγών που πασχίζουν ακατάπαυστα να αφαιρέσουν ο ένας από τον άλλο τους καρπούς της συλλογικής εργασίας τους – όχι με τη βία, αλλά σύμφωνα με τους νόμιμα καθιερωμένους κανόνες. Από την άποψη αυτή είναι σημαντικό ότι τα μέσα παραγωγής, δηλαδή όλες οι παραγωγικές δυνάμεις, απαραίτητα για την παραγωγή καταναλωτικών εμπορευμάτων, καθώς και οι ολοένα νέες επενδύσεις μπορούν να είναι νόμιμα και κατά το μεγαλύτερο μέρος αποτελούν ατομική ιδιοκτησία ξεχωριστών προσώπων.

Για απλοποίηση θα αποκαλώ στη συνέχεια «εργάτες» όσους δεν ανήκουν στους ιδιοκτήτες μέσων παραγωγής, αν και αυτό δεν αντιστοιχεί πλήρως στη συνηθισμένη χρήση του όρου αυτού. Ο ιδιοκτήτης μέσων παραγωγής είναι σε θέση να αποκτά εργατική δύναμη. Χρησιμοποιώντας τα μέσα παραγωγής, ο εργάτης παράγει νέα εμπορεύματα που γίνονται ιδιοκτησία του καπιταλιστή. Εδώ έχει ακριβώς σημασία η συσχέτιση της πραγματικής αξίας αυτού που ο εργάτης παράγει και εκείνου που του πληρώνουν. Όσο καιρό η σύμβαση εργασίας είναι «ελεύθερη», αυτό που παίρνει ο εργάτης δεν καθορίζεται από την πραγματική αξία των παραγόμενων από αυτόν εμπορευμάτων, αλλά από τις ελάχιστες ανάγκες του και την προσφορά και ζήτηση εργατικής δύναμης από τους καπιταλιστές. Έχει σημασία να καταλάβουμε ότι ακόμη και στη θεωρία η αμοιβή του εργάτη δεν καθορίζεται από την αξία αυτού που έχει παράγει.

Βρισκόμαστε μπροστά στην τάση του ιδιωτικού κεφαλαίου προς την όλο και μεγαλύτερη συγκέντρωση. Εν μέρει λόγω του ανταγωνισμού των καπιταλιστών, εν μέρει γιατί η ανάπτυξη της τεχνολογίας και ο αυξανόμενος καταμερισμός της εργασίας ενθαρρύνουν το σχηματισμό μεγαλύτερων παραγωγικών μονάδων σε βάρος των μικρών. Αποτέλεσμα της ανάπτυξης αυτής είναι η ολιγαρχία του ιδιωτικού κεφαλαίου, η κολοσσιαία εξουσία του οποίου δεν μπορεί να ελέγχεται αποτελεσματικά ακόμη και σε μια δημοκρατική κοινωνία. Αυτό συμβαίνει, γιατί τα μέλη των νομοθετικών οργάνων εκλέγονται από τα πολιτικά κόμματα, τα οποία χρηματοδοτούνται και επηρεάζονται βασικά από τους ιδιώτες επιχειρηματίες, που επιδιώκουν για πρακτικούς σκοπούς να απομακρύνουν το εκλογικό σώμα από τους νομοθέτες. Σαν αποτέλεσμα οι αντιπρόσωποι του λαού δεν υπερασπίζονται αποτελεσματικά τα συμφέροντα των μη προνομιούχων ομάδων του πληθυσμού. Πολύ περισσότερο, στις υπάρχουσες συνθήκες οι ιδιώτες επιχειρηματίες ελέγχουν αναπόφευκτα τις κύριες πηγές πληροφόρησης (τύπο, ραδιόφωνο, εκπαίδευση). Για το λόγο αυτό, ο απλός πολίτης είναι πολύ δύσκολο και στις περισσότερες περιπτώσεις απλώς αδύνατο να καταλήξει σε αντικειμενικά συμπεράσματα και να ασκεί με εξυπνάδα τα πολιτικά του δικαιώματα.

Η κατάσταση που επικρατεί στην οικονομία, βασιζόμενη στην καπιταλιστική ατομική ιδιοκτησία, χαρακτηρίζεται επομένως από δυο κύριες αρχές: πρώτο, τα μέσα παραγωγής (κεφάλαιο), αποτελούν ατομική ιδιοκτησία και οι ιδιοκτήτες τα διαχειρίζονται κατά την κρίση τους. Δεύτερο, η σύμβαση εργασίας είναι ελεύθερη. Φυσικά από την άποψη αυτή δεν υπάρχει καθαρή καπιταλιστική κοινωνία.

Πρέπει ιδιαίτερα να σημειώσουμε ότι οι εργάτες, χάρη στη μακροχρόνια και έντονη πολιτική πάλη σημείωσαν επιτυχίες εξασφαλίζοντας σε ορισμένες κατηγορίες εργατών «βελτιωμένη» μορφή ελεύθερης σύμβασης εργασίας. Αλλά η σημερινή οικονομία στο σύνολό της διαφέρει κατά πολύ από τον «καθαρό» καπιταλισμό.

Η παραγωγή πραγματοποιείται για χάρη του κέρδους και όχι για το όφελος, αλλά δεν υπάρχει εγγύηση ότι όλοι, όσοι θέλουν και μπορούν να εργαστούν, θα μπορέσουν σίγουρα να βρουν δουλειά. Σχεδόν πάντα υπάρχει στρατιά ανέργων. Ο εργάτης φοβάται συνεχώς να μη χάσει τη δουλειά του. Επειδή οι άνεργοι και οι χαμηλόμισθοι εργάτες δεν αποτελούν προσοδοφόρα αγορά, η παραγωγή καταναλωτικών εμπορευμάτων είναι περιορισμένη με αποτέλεσμα να υπάρχουν σοβαρές δυσκολίες. Η τεχνική πρόοδος οδηγεί συχνά στην αύξηση της ανεργίας και όχι στην ελάφρυνση από τα βάρη της εργασίας. Ο προσανατολισμός στο κέρδος σε συνδυασμό με τον ανταγωνισμό των καπιταλιστών είναι η αιτία της αστάθειας στη συσσώρευση και τη χρησιμοποίηση του κεφαλαίου, πράγμα που οδηγεί σε όλο και πιο σοβαρές κα­ταστάσεις ύφεσης. Ο απεριόριστος ανταγωνισμός οδηγεί σε όλο και μεγαλύτερη σπατάλη εργασίας και έτσι παραμορφώνει την κοινωνική συνείδηση των ανθρώπων, όπως ανάφερα πιο πάνω.

Θεωρώ την παραμόρφωση αυτή των προσωπικοτήτων το μεγαλύτερο κακό του καπιταλισμού. Ολόκληρο το εκπαιδευτικό σύστημα πάσχει από αυτό το κακό. Το υπέρμετρο αίσθημα του ανταγωνισμού εμφυτεύεται στους φοιτητές, που τους μαθαίνουν να θέτουν υπεράνω την επιτυχία, ως προετοιμασία για τη μελλοντική καριέρα.

Είμαι πεισμένος ότι μόνο ένας δρόμος υπάρχει για να μπει τέλος σε όλο αυτό το κακό, δηλαδή τη δημιουργία της σοσιαλιστικής οικονομίας με το αντίστοιχο σε αυτή σύστημα παιδείας, προσανατολισμένης σε κοινωνικούς σκοπούς. Σε μια τέτοια οικονομία η κοινωνία κατέχει τα μέσα παραγωγής και τα διαχειρίζεται με βάση το σχεδιασμό. Η σχεδιασμένη οικονομία πρoσαρμόζει την παραγωγή στις ανάγκες της κοινωνίας, κατανέμει την εργασία στους ικανούς για εργασία και εγγυάται τα μέσα προς το ζειν για κάθε άνδρα, γυναίκα και παιδί. Αντί για την εξύμνηση της εξουσίας και της επιτυχίας, όπως γίνεται στη σημερινή μας κοινωνία, η παιδεία που συμπληρώνεται με την ανάπτυξη των εσωτερικών ικανοτήτων της προσωπικότητας, θα αποβλέπει στην ανάπτυξη σε αυτή της συναίσθησης της ευθύνης για τους άλλους ανθρώπους.

Ωστόσο, πρέπει να θυμούμαστε ότι η σχεδιασμένη οικονομία δε σημαίνει ακόμα σοσιαλισμός. Η σχεδιασμένη οικονομία αυτή καθεαυτή μπορεί να συνοδεύεται από την πλήρη υπoδούλωση της προσωπικότητας. Η επίτευξη του σοσιαλισμού απαιτεί την επίλυση ορισμένων εξαιρετικά δύσκολων κοινωνικοπολιτικών προβλημάτων. Πώς, λόγου χάρη, παίρνοντας υπόψη το βάθεμα της συγκέντρωσης της πολιτικής και οικονομικής εξουσίας θα αποτραπεί η μετατροπή της γραφειοκρατίας σε δύναμη που κατέχει την πλήρη εξουσία. Πώς θα προστατευτούν τα δικαιώματα του ατόμου και ταυτόχρονα να υπάρχει εγγύηση ενός δημοκρατικού αντίβαρου στην εξουσία της γραφειοκρατίας. Οι σκοποί και τα προβλήματα του σοσιαλισμού δεν είναι τόσο απλά και η σαφής κατανόησή τους έχει μέγιστη σημασία στο μεταβατικό μας αιώνα. Δεδομένου ότι στις σημερινές συνθήκες η ελεύθερη, ανεμπόδιστη συζήτηση των πρoβλημάτων αυτών βρίσκεται πρακτικά υπό απαγόρευση, νομίζω ότι η έκδοση του περιοδικού αυτού («Monthy review») Θα προσφέρει στην κοινωνία μεγάλη υπηρεσία.

Σαν σήμερα, 18/04/1932, η Ελλάδα κηρύσσει χρεοστάσιο

Διάγγελμα του Βενιζέλου, πρωθυπουργού της Ελλάδας, προς τον λαό, λίγο πριν την επίσημη χρεωκοπία του κράτους. Σας θυμίζει μήπως κάτι, με τους πολιτικάντηδες να δίνουν ψεύτικες ελπίδες στον κόσμο ώστε να τον κρατήσουν ήσυχο, την ίδια ώρα που αυτοί φροντίζουν πως θα τον ρημάξουν;

Με αφορμή τη σημερινή "επέτειο" της χρεωκοπίας του 1932, αναδημοσιεύουμε ένα απόσπασμα από το βιβλίο του Νίκου Μπελογιάννη "Το ξένο κεφάλαιο στην Ελλάδα" που μιλά για την τότε κατάσταση. Νομίζω αξίζει τον κόπο:


Α'. ΔΗΜΟΣΙΟΝΟΜΙΚΟ ΠΕΛΑΓΩΜΑ

Η περίοδος 1931-32 είναι αρκετά δραματική για το λαό και την Ελλάδα. Η κρίση από 'να μέρος κι η πολιτική των φαυλοκρατικών κυβερνήσεων από τ΄ άλλο, ερήμωσαν πάλι τη χώρα. Τα καπνά κι η σταφίδα έμεναν απούλητα, μαζί με τις εξαγωγές πέφτουν κι οι εισαγωγές. Οι αγρότες πεινούν, οι εργάτες μένουν άνεργοι, όλοι οι εργαζόμενοι βρίσκονται σε απόγνωση. Οι μόνοι που απολαμβάνουν μακάρια τη ζωή τους και αδιαφορούν για την τραγική αυτή κατάσταση είναι – εκτός από τους νεόπλουτους που δημιούργησε η κυβέρνηση Βενιζέλου – οι ξένοι και ντόπιοι ομολογιούχοι, που μέχρι το 1932 έπαιρναν στο ακέραιο το τοκοχρεολύσιο.

Με την αφαίμαξη όμως αυτή, ο προϋπολογισμός του 1931-1932 θα 'κλεινε με 1 δις έλλειμμα. Σε έσοδα 8.200 εκατομμυρίων έπρεπε να πάρουν οι ομολογιούχοι 4.400, δηλαδή τα 54%, την προηγούμενη χρονιά είχαν πάρει τα 40%. Για να πληρωθούν τώρα σε χρυσό, δεν αρκούσε το κάλυμμα της τράπεζας και δημιουργόταν άμεσος κίνδυνος να μείνει ο λαός χωρίς ψωμί, γιατί το περισσότερο στάρι εκείνο τον καιρό ερχόταν απ΄έξω. Η πληρωμή, λοιπόν, του τοκοχρεολύσιου θα ΄ταν εγκληματική παραφροσύνη. Εντούτοις, το Σεπτέμβρη του '31 η κυβέρνηση ανακοίνωσε επίσημα ότι τα τοκομερίδια των ομολογιούχων θα πληρωθούν στο ακέραιο και σε χρυσό. Και για να το πετύχει άρχισε να παίρνει μέτρα, που στρέφονταν κατά του λαού. Στις 8 του Οκτώβρη, γιορτή της Αγίας Πελαγίας, έγινε η δραχμοποίηση των καταθέσεων σε συνάλλαγμα, για να «προστατευθεί» το εθνικό νόμισμα και στην ουσία για να πληρωθούν οι ομολογιούχοι. Με το μέτρο της δραχμοποίησης ληστεύτηκαν χιλιάδες κόσμου και κέρδισε η Εθνοτράπεζα εκατοντάδες εκατομμύρια, ενώ ο τορπιλισμός της δραχμής συνεχιζόταν στη μαύρη αγορά του συναλλάγματος με πρωταγωνιστές τον Μαρή κι άλλα πρωτοπαλίκαρα του Κόμματος των Φιλελευθέρων.


Εκείνον ακριβώς τον καιρό άρχισε να ξεσπάει απειλητική η λαϊκή αντίδραση. Το προλεταριάτο και οι υπάλληλοι παλεύουν ακούραστα μ΄ απεργίες για το ψωμί τους, οι επαγγελματίες κινητοποιούνται κι οι αγρότες κάνουν ομαδικές καθόδους στις πόλεις. Ο Βενιζέλος μυρίστηκε τον κίνδυνο και επιχείρησε να βγει από το αδιέξοδο. Το Γενάρη του ΄32 απευθύνθηκε στις μεγάλες δυνάμεις και στο ΔΟΕ και παρακαλούσε να του δώσουν πεντάχρονη αναστολή στα χρεολύσια και 50 εκατομμύρια δολάρια για να συμπληρωθούν τα παραγωγικά έργα. Ο υπουργός των Εξωτερικών στην οικουμενική είχε χαρακτηρίσει το ΔΟΕ «απλούν τεχνικόν σώμα», αλλά ένας οργανισμός που κρατάει στα χέρια του τη ζωή ενός ολόκληρου λαού και οι πρωθυπουργοί πέφτουν στα πόδια του και τον παρακαλούν, δεν είναι καθόλου «απλούν τεχνικόν σώμα», αλλά υπέρτατος, κυρίαρχος και παντοδύναμος αφέντης της χώρας μας. Επίσης ο Βενιζέλος ζήτησε να 'ρθει στην Ελλάδα κι αντιπρόσωπος της δημοσιονομικής επιτροπής της ΚΤΕ (σ.σ. Κοινωνία των Εθνών) για να κάνει «επιτόπιον έρευνα» και να διαπιστώσει σε πόσο κρίσιμη οικονομική κατάσταση βρισκόταν η χώρα. Στο τέλος τους έδινε την υπόσχεση ότι με το δάνειο που θα του ΄διναν, θα πλήρωνε και τους τόκους των εξωτερικών δανείων.

Οι μεγάλες ιμπεριαλιστικές δυνάμεις, παλεύοντας τότε κι αυτές να ξεπεράσουν την κρίση που έδερνε τη χώρα τους, δεν έδωσαν καμία σημασία στο διάβημα του Βενιζέλου. Μόνο η δημοσιονομική επιτροπή της ΚΤΕ ευαρεστήθηκε με τα πολλά να μας στείλει σαν αντιπρόσωπό της τον σέρ 'Οτο Νιμάγερ για να κάνει έλεγχο στα οικονομικά της χώρας μας. Ο Νιμάγερ, πρώην υπουργός των Οικονομικών, ήταν τότε διευθυντής της Τράπεζας της Αγγλίας. Ήρθε στην Ελλάδα, έλεγξε τα έσοδα και τα έξοδα κι έφυγε κάνοντας μια έκθεση στο συμβούλιο της ΚΤΕ, στην οποία σύσταινε να μας ελεήσουν μονάχα με μια χρονιάτικη αναστολή του χρεολύσιου και το αντίστοιχο πόσο να διατεθεί για τα παραγωγικά έργα μαζί μ΄ένα δάνειο από 10 εκατομμύρια δολάρια. Η δημοσιονομική επιτροπή της ΚΤΕ, που συνήρθε στο Παρίσι, χαρακτήρισε σαν επείγουσα την ανάγκη ενός δανείου για τα τοκοχρεολύσια, όμως μόλις και μετά βίας και με χίλιες δυο επιφυλάξεις και υποδείξεις αναγνώρισε ότι επιβάλλεται η προσωρινή ανακούφιση της Ελλάδας από τα εξωτερικά χρέη μ΄αναστολή των χρεολυσίων για ένα χρόνο! Αλλά επειδή πάνω στο τελευταίο αυτό ζήτημα η ελληνική κυβέρνηση είχε φέρει από την αρχή αντιρρήσεις, το συμβούλιο της ΚΤΕ κηρύχτηκε τελικά αναρμόδιο και μας παρέπεμψε να συνεννοηθούμε απευθείας με τους ομολογιούχους. Ο Μαρής, που βρισκόταν τότε στο Παρίσι για να υπερασπίσει τα συμφέροντα της Ελλάδας, ομολόγησε αργότερα ότι τα μέλη της δημοσιονομικής επιτροπής προσπαθούσαν να βρουν κάποια προσωρινή λύση για να τη συνδυάσουν με έλεγχο πάνω στα οικονομικά μας, σαν να μην ήταν αρκετός ο ΔΟΕ.
Είχε όμως περάσει πια η εποχή του '97. Η φάρα του Γκλίξμπουργκ ήταν τότε μακριά από την Ελλάδα. Στην πατρίδα μας είχε πια αναπτυχθεί ένα πολυάριθμο προλεταριάτο, αρκετά ώριμο πολιτικά, που συγκλόνιζε την περίοδο εκείνη με τις απεργίες και τις διαδηλώσεις του το αστοτσιφλικάδικο οικοδόμημα. Το ΚΚΕ, ξεπερνώντας την κρίση του, πλούσιο πια σε πείρα και μονολιθικό ιδεολογικά, άρχιζε να αναδείχνεται αρχηγός των εργαζομένων της πόλης και του χωριού. Γι αυτό μια απόπειρα της κυβέρνησης για την επιβολή καινούργιου βαρύτερου ελέγχου ήταν όχι μόνο καταδικασμένη, αλλά θα απειλούσε ολόκληρο το πολιτικό και κοινωνικό οικοδόμημα των αστοτσιφλικάδων.

Μπροστά σ΄αυτή την απελπιστική κατάσταση ξεκινάει ο ίδιος ο Βενιζέλος και πηγαίνει στη Γενεύη. Κάνει μια δραματική έκκληση στο συμβούλιο της ΚΤΕ, αλλ΄αυτό περιορίζεται μόνο να λάβει σε υπό σημείωσιν τη γνώμη της δημοσιονομικής επιτροπής και παραπέμπει πάλι την ελληνική κυβέρνηση στους ομολογιούχους. Για καινούργιο δάνειο ούτε συζήτηση δεν μπορούσε να γίνει. Εν τω μεταξύ η κατάσταση τραβάει όλο και στο χειρότερο. Στις 25 του Μάρτη γίνεται μια μεγάλη σύσκεψη υπό την προεδρία του Προέδρου της Δημοκρατίας και με σκοπό να μελετηθεί η οικονομική κατάσταση και τα μέτρα που πρέπει να παρθούν. Ανάμεσα στους συσκεπτόμενους βρίσκονται πολλοί υπεύθυνοι για το κατάντημα του τόπου. Οι καταχρήσεις, η κερδοσκοπία και οι ρεμούλες γίνονται το πιο συνηθισμένο φαινόμενο. Η διαφθορά κι η ηθική εξαχρείωση της κυβερνητικής κλίκας φτάνει στο κατακόρυφο. Νόθεψαν ακόμα και το κινίνο, πράξη αρκετά χαρακτηριστική για τη σαπίλα που βασίλευε ανάμεσα στην παράταξη που κυβερνούσε τη χώρα.


Β'. Η ΧΡΕΟΚΟΠΙΑ

Επόμενο ήταν κάτω απ΄αυτές τις συνθήκες να μεγαλώνει η απόγνωση κι η αγανάκτηση του λαού. Ο κόσμος άρχισε να κάνει γιουρούσι στους φούρνους. Οι πορείες πείνας πλήθαιναν καθημερινά. Ο Βενιζέλος έπρεπε να διαλέξει. Ή τα τοκομερίδια ή το ψωμί του λαού. Τελικά πήρε την απόφαση, αφού πρώτα ειδοποίησε το ΔΟΕ, ν΄αναστείλει τα χρεολύσια των εξωτερικών δανείων και να πληρώσει τα τοκομερίδια σε δραχμές. Μα κι οι δραχμές δεν ήταν εύκολο να οικονομηθούν. Οι κρατικές εισπράξεις το 1929-30 έφτασαν τα 9.242 εκατομμύρια. Το 1932-33, παρόλες τις καινούργιες φορολογίες, θα ΄φταναν σε 7.779 εκατομμύρια. Με την υποτίμηση της δραχμής οι ομολογιούχοι θα ΄παιρναν κάπου 6.000 εκατομμύρια. Για να σώσει την «πίστη» της χώρας, η κυβέρνηση επέβαλε, κάτω από τόσο τραγικές συνθήκες, καινούργιες φορολογίες 740 εκατομμυρίων, χωρίς να σωθεί μ΄αυτά η κατάσταση.

Και τότε- 16.4.1932 – ο Μαρής έστειλε ένα γράμμα στο ΔΟΕ και του δήλωνε ότι η κυβέρνηση ήταν αναγκασμένη να κηρύξει από την 1η του Μάη προσωρινό χρεοστάσιο και για τους τόκους. Έτσι, ήρθε η καινούργια χρεοκοπία. Η κυβέρνηση, όμως, που δεν μπορούσε να ανεχτεί το στίγμα, έδωσε εντολή στους αντιπροσώπους της στο Λονδίνο και το Παρίσι να 'ρθουν σ΄επαφή με τους ομολογιούχους για να ρυθμίσουν το ζήτημα. Ο Μιχαλακόπουλος, υπουργός των Εξωτερικών, δήλωσε στη δημοσιονομική επιτροπή της ΚΤΕ ότι θα δεχόταν πρόθυμα να 'ρθουν «αμερόληπτοι» διαιτητές και να ελέγξουν ίσαμε ποιό βαθμό μπορούμε να πληρώσουμε τα τοκομερίδια, «αφού προαφαιρεθούν τα απαιτούμενα για το primum vivere του ελληνικού λαού». Την ίδια θέση έπαιρνε κι ο Παπαναστασίου. Όλοι ήταν πρόθυμοι να καταδικάσουν το λαό να ζει μ΄ένα ξεροκόμματο, για να πληρωθούν οι ομολογιούχοι. Αυτοί όμως ήταν ανένδοτοι και τα ζητούσαν όλα ή τίποτε.

Αυτή την εποχή, ο Μαρής υποχρεώθηκε να φύγει από το υπουργείο των Οικονομικών σχεδόν με τη βία. (Είχε μπει μέσα, καθώς λένε, ξυπόλυτος και βγήκε με καντάρια χρυσάφι). Η Εθνοτράπεζα στις κρίσιμες εκείνες για τα συμφέροντά της στιγμές έβαλε απόλυτα δικό της υπουργό, τον Βαρβαρέσο, που προκαλεί αμέσως την άρση της σταθεροποίησης, σχεδόν τυπική γιατί την είχε από καιρό προκαλέσει η μαύρη αγορά του συναλλάγματος. Έτσι, επιβάλλεται πάλι η αναγκαστική κυκλοφορία. Στην έκθεσή του πάνω στον προϋπολογισμό του 1932-33, ο Βαρβαρέσος θέλησε να δικαιολογήσει τη χρεοκοπία. Τα ελλείμματα, είπε, δεν μπορούμε πια να τ΄αποφύγουμε με φορολογίες. Με περικοπές των εξόδων – σε βάρος κυρίως των μισθωτών – μόνο 480 εκατομμύρια οικονομήσαμε. Γι΄αυτό είναι αναπόφευκτο να καταφύγουμε στην ελάττωση των ποσών που διαθέτουμε για την υπηρεσία του δημόσιου χρέους, επειδή μας απορροφούν τα 55% του προϋπολογισμού και μάλιστα σε συνάλλαγμα. Γι΄ αυτό η κυβέρνηση βρέθηκε «εις την αναπόδραστον ανάγκην» να δώσει την άδεια στον υπουργό των Οικονομικών να αναστείλει τα χρεολύσια των εξωτερικών δανείων και τον τόκο «εν όλω ή εν μέρει». Σκόπευαν οπωσδήποτε να πληρώσουν ένα μέρος από τους τόκους. Στον προϋπολογισμό όμως δεν έγραφαν ακριβώς το ποσό, ελπίζοντας να το μεγαλώσουν οπωσδήποτε με τους φόρους. Έτσι αύξησαν κατά 25% τη φορολογία στα εισαγόμενα εμπορεύματα κι ενώ η κατάσταση ήταν κάτι παραπάνω από τραγική, οι Έλληνες πολιτικοί βρίσκονταν σ΄αδιάκοπη κίνηση και συγκίνηση και τους απασχολούσε αποκλειστικά το ζήτημα της πληρωμής των ομολογιούχων. Παντού είχαν φουντώσει οι σχετικές συζητήσεις. Ο Μιχαλακόπουλος, ο Παπαναστασίου κι ο Καφαντάρης υποστήριζαν να τους πληρώσουμε με τα καπνά μας. Οικονομολόγοι, πολιτικάντες, τραπεζίτες, όλοι έγραφαν και υπόδειχναν κάποιον τρόπο πληρωμής και κανένας δεν υποστήριξε να μην πληρώσουμε τίποτα.

Η οικονομική κρίση άρχισε να εξελίσσεται και σε πολιτική και οικονομική χρεοκοπία, να μεταβάλλεται σε γενική χρεοκοπία του αστοτσιφλικάδικου κόσμου. Ο Βενιζέλος, αντιμετωπίζοντας την πολιτική του χρεοκοπία και τη λαϊκή κατακραυγή, επιχείρησε μια πολιτική μανούβρα. Παραιτήθηκε κι ανέβηκε πρωθυπουργός ο Παπαναστασίου. Σε τέτοιες όμως στιγμές κι η δημαγωγία μπορεί να καταντήσει επικίνδυνη για την κυρίαρχη τάξη. Γι αυτό κι ο αρχηγός των Εργατοαγροτικών διώχτηκε μέσα σε μια βδομάδα κι ανέβηκε πάλι στην κυβέρνηση ο Βενιζέλος, με υπουργό των Οικονομικών τον Βαρβαρέσο. Στις 10 Αυγούστου ψηφίστηκε ο νόμος της δραχμοποίησης. Η άρση της σταθεροποίησης κι η δραχμοποίηση έδιναν το δικαίωμα στις τράπεζες να ληστέψουν άλλη μια φορά τον κόσμο. Η Κτηματική Τράπεζα-θυγατέρα του Χάμπρο και της Εθνικής – έκανε τους μικροϊδιοκτήτες να βρεθούν από τη μια μέρα στην άλλη με διπλάσιο περίπου χρέος.


Γ'. ΑΡΧΙΖΟΥΝ ΟΙ ΣΥΝΕΝΝΟΗΣΕΙΣ

Συγχρόνως άρχισαν πάλι, οι συνεννοήσεις με τους ξένους ομολογιούχους. Ο Βαρβαρέσος έφυγε για την Ευρώπη κι υστέρα από μακριές διαπραγματεύσεις, συμφώνησαν το Σεπτέμβρη του 1932 να πληρω­θούν 30% των τόκων για το 1932-33, κι αν βελτιωνόταν αργότερα ή κατάσταση, να πάρουν 35%. Από το Δεκέμβρη όμως του ίδιου χρό­νου, η τότε κυβέρνηση άρχισε να παρακαλεί με υπόμνημα της τους ξένους να μην κρατήσουν το παραπάνω ποσοστό, γιατί ή κατάσταση είχε επιδεινωθεί. Οι ομολογιούχοι έκαναν πώς υποχωρούν, αλλά ο ΔΟΕ, βάσει της συμφωνίας, είχε κατακρατήσει σε δραχμές -από τις υπέγγυες προσόδους- ολόκληρο το 35% και αρνήθηκε να επιστρέψει στην Ελλάδα τη διαφορά του 5% ! Επίσης, ο ΔΟΕ υπολόγισε το πο­σοστό σε χρυσές κι όχι σε χάρτινες λίρες, κερδίζοντας έτσι σημαν­τική διαφορά σε βάρος της Ελλάδας. Η κυβέρνηση κατάφυγε σε διαιτητή, αλλά η απόφαση του δεν βγήκε ακόμα. Κοντά σ' αυτά, ή εγγλέζικη κυβέρνηση μας υποχρέωσε να υπογράψουμε μια συμφω­νία με το αγγλικό θησαυροφυλάκιο, σύμφωνα με την οποία αναλαβαίναμε να πληρώσουμε 3.767.548 φράγκα, πού το μοιράστηκαν ή Αγγλία κι ή Γαλλία σαν αποζημίωση για τα ποσά πού είχαν ξοδέ­ψει όταν εγγυήθηκαν το δάνειο του 1898. Τότε ακριβώς κι οι ομο­λογιούχοι μετάνιωσαν πού δέχτηκαν το 30% και δεν τα 'παιρναν ζη­τώντας περισσότερα. Και ξαναρχίζουν πάλι συνεννοήσεις ατελείω­τες και καταθλιπτικές για τη χώρα. Όλοι σχεδόν οι αστοί οικονο­μολόγοι προσπαθούν να πείσουν τον κόσμο ότι μια ανοιχτή χρεοκο­πία θα κατάστρεφε την πίστη και τα οικονομικά της Ελλάδας. Όχι όμως μία αλλά εκατό φορές να λέγαμε στους ομολογιούχους ότι δεν έχουμε να τους πληρώσουμε, πάλι δεν θα παθαίναμε την οικονομική, εθνική και ηθική ζημιά πού πάθαμε με τις ατέλειωτες κι εξευτε­λιστικές για την αξιοπρέπεια της χώρας μας συζητήσεις.

Εν τω μεταξύ, το Σεπτέμβρη του 1932 έγιναν εκλογές και στις 4 Νοέμβρη ανάλαβε πρωθυπουργός ο Τσαλδάρης, με υφυπουργό των Οικονομικών τον Μ. Ευλάμπιο. Το Δεκέμβρη έγινε υπουργός των Οικονομικών ο Κ. Αγγελόπουλος. Η οικονομική και δημοσιονομική κατάσταση δεν είχε βελτιωθεί καθόλου. Η κερδοσκοπία οργίαζε κι ο τιμάριθμος από 15 πού ήταν το 1931 ανέβηκε στα 20 το '32. Αυτή, λοιπόν, την περίοδο ο Αγγελόπουλος αποτέλεσε μια μεγάλη εξαίρεση, ανάμεσα στους φαυλοκράτες πολιτικούς. Και παλιά τα είχε βάλει, με το ΔΟΕ και στην Κτηματική Τράπεζα κήρυξε τον πόλεμο κι αργότερα στην τεταρτοαυγουστιανή δικτατορία ήταν ο πρώτος αστός πολιτικός που εξορίστηκε από τον Μεταξά. Μόλις ανάλαβε το υπουρ­γείο δήλωσε αμέσως ορθά-κοφτά και μ' επιμονή ότι δεν πρέπει να πληρώσουμε όχι 30% αλλά ούτε πεντάρα στους ξένους και ντόπιους ομολογιούχους. Σε λίγες μέρες ο Αγγελόπουλος διώχτηκε από το υ­πουργείο, ασφαλώς με την επέμβαση «εξωελληνικών» παραγόντων.

Τον αντικατέστησε ο τραπεζίτης Σπύρος Λοβέρδος και στις ε­φτά μέρες πού 'κανε υπουργός, πρόλαβε να πληρώσει αμέσως το 30% στους ομολογιούχους και να μαδήσει τη χώρα από το αναιμικό της συναλλαγματικό απόθεμα. Στις 16 του Γενάρη έπεσε ο Τσαλ­δάρης κι ήρθε ο Βενιζέλος με υπουργό των Οικονομικών τον Καφαντάρη. Ο αρχηγός όμως των Προοδευτικών δεν πρόλαβε να εξ­αγγείλει το καινούργιο πρόγραμμα του, γιατί στις εκλογές της 5ης του Μάρτη ξαναπήρε την εξουσία ο Τσαλδάρης, με υπουργό των Οικονομικών τον Λοβέρδο. Οι Λαϊκοί μόλις ανέβηκαν στην κυβέρ­νηση κάλεσαν τους ομολογιούχους να κάνουν αυτοψία στη χώρα μας για να αντιληφθούν την οικονομική της κατάσταση. Αυτοί όμως υπόδειξαν σαν αρμόδια την ΚΤΕ και η κυβέρνηση άρχισε τότε να παρακαλεί την Κοινωνία των Εθνών να 'ρθει μια δημοσιονομική επιτροπή. Τότε ο Καφαντάρης σε μια αγόρευση του για τον προϋ­πολογισμό του '33-'34 επιτέθηκε στην κυβέρνηση για την πρόσκλη­ση δημοσιονομικής επιτροπής κι εξήγησε ότι την επέμβαση της ΚΤΕ δεν την ήθελε όχι από έλλειψη ευλάβειας στο θεσμό, αλλά γιατί «εξ επισήμων ανακοινώσεων και άλλων σχετικών στοιχείων είχε πεισθεί ότι ή ΚΤΕ δεν επείχε θέσιν τρίτου εις την υπόθεσιν των χρεών, άλλ' είχαν άμεσον και απροκάλυπτον είς αυτήν ενδιαφέρον στρεφόμενον υπέρ των ομολογιούχων». Πρότεινε δε να 'ρθει ή κυ­βέρνηση σε απευθείας συνεννόηση με τους ομολογιούχους και να τους πληρώσουμε με τα προϊόντα μας.

Τελικά, ή επιτροπή της ΚΤΕ ήρθε το Μάη και μετά τις έρευνές της έκανε σχετική έκθεση, στην όποια λέει ότι για να πληρώσει ή Ελλάδα πρέπει ν' αναπτύξει τις εξαγωγές και τα εμβάσματα και να ελαττώσει τις εισαγωγές της! Τον Ιούνη του 1933 συνήλθε στο Λον­δίνο η δημοσιονομική επιτροπή για να εξετάσει την έκθεση και ν' ακούσει τον Λοβέρδο και τον Μάξιμο πού είχαν πάει κι αυτοί στο Λονδίνο για να υπερασπίσουν τα συμφέροντα της Ελλάδας και να πετύχουν μια συνεννόηση με τους ομολογιούχους. Αυτοί όμως αρνή­θηκαν να συζητήσουν με τους Έλληνες αντιπροσώπους, ζητώντας 271/2% για το 1933-34 και 371/2% για τον άλλο χρόνο, ενώ η ελληνική κυβέρνηση πρόσφερε 221/2% και 271/2% (η διαφορά ήταν 600 εκα­τομμύρια δραχμές). Η πρόταση να λύσει τη διαφορά ένας διαιτη­τής, απορρίφτηκε χωρίς συζήτηση και περιφρονητικά από τους ομολογιούχους. Τότε οι διαπραγματεύσεις σταμάτησαν και πάλι.

   Στον Λοβέρδο και τον Μάξιμο η δημοσιονομική επιτροπή «σύ­στησε» να βάλουν καινούργιους φόρους για να πληρώσουν τους ξέ­νους. Οι δυο υπουργοί αποχαιρέτησαν την επιτροπή με την υπόσχεση ότι θα εξασφαλίσουν τους τόκους των ομολογιούχων και μάλιστα ανάφεραν στην επιτροπή τι είδους και πόσους φόρους θα βάλουν στο λαό, για να το πετύχουν. Κι έτσι γύρισαν πίσω στην Ελλάδα αποφασισμένοι να εξευμενίσουν με κάθε μέσο τους κατόχους ομολο­γιών και τέτοιοι κάτοχοι -εν παρενθέσει- ήταν κι ο Λοβέρδος κι ο Μάξιμος.
«Ίσως επί του σημείου τούτου η στάσις της Ελλάδος θα έπρε­πε να ήτο περισσότερον αποφασιστική...», γράφει ο Άγγελος Αγ­γελόπουλος, γιατί τον ίδιο καιρό οι Τούρκοι κι οι Γερμανοί αρνή­θηκαν κάθε πληρωμή και οι ιμπεριαλιστικές δυνάμεις δεν διαμαρ­τυρήθηκαν καθόλου.


Δ'. Η ΣΥΜΦΩΝΙΑ

Η καινούργια επαφή έγινε το Σεπτέμβρη του '33 κι οι διαπραγμα­τεύσεις τράβηξαν πολύ καιρό. Αύτη ήταν ή κλασική τους μέθοδος. Κερδοσκοπούσαν στην αγορά μ' αυτό τον τρόπο και συγχρόνως μας εκβιάζανε τελικά να υποχωρήσουμε, γιατί αυτή ή εκκρεμότητα των συνεννοήσεων νέκρωνε την οικονομική ζωή της χώρας. Έτσι επαναλαμβάνεται η ιστορία του '97. Πάλι η πατρίδα μας βρίσκεται σε αγωνία περιμένοντας την απόφαση των εκμεταλλευτών της. Τότε η δημοσιονομική επιτροπή της ΚΤΕ, για να επηρεάσει τις συζητή­σεις προς όφελος των ομολογιούχων και να εκβιάσει έτσι τη λύση δίνοντας ένα γερό όπλο στους τοκογλύφους και μια εύκολη δικαιο­λογία στον Λοβέρδο, δημοσίεψε μια έκθεση, με την οποία διαπιστώνει βελτίωση στη δημοσιονομική κατάσταση της Ελλάδας. Με παρόμοιες πιέσεις, εκβιασμούς και παρασκηνιακές ενέργειες υπο­γράφτηκε, τέλος, το Νοέμβρη, μια συμφωνία για δυο χρόνια. Τα χρεολύσια αναστέλλονταν για δυο χρόνια κι από τους τόκους θα πλη­ρώναμε 271/2% το 1933-34 και 33% το 1934-35. 0ι τόκοι μόνο του δα­νείου του 1898 θα πληρώνονταν στο ακέραιο. Η πληρωμή θα γινόταν με συνάλλαγμα του Λονδίνου ή της Νέας Υόρκης κι η ελληνική κυβέρνηση θα 'γραφε στον προϋπολογισμό της το σύνολο των τόκων, που θα το ξαναδανειζόταν τάχα από το ΔΟΕ, καταθέτοντας του ίσο ποσό άτοκα γραμμάτια σε δραχμές. Ο Λοβέρδος, για να συγκεν­τρώσει το ποσοστό πού συμφώνησε, έβαλε σ' ενέργεια δεκάδες και­νούργια φορολογικά νομοσχέδια, όλα σε βάρος του λαού, ενώ ο ίδιος, όπως ξεσκεπάστηκε τότε στις εφημερίδες, είχε επιχειρήσει να δια­φύγει με διάφορους αθέμιτους τρόπους τη φορολογία.

Η συμφωνία πρόβλεπε καινούργιες διαπραγματεύσεις στις αρ­χές του 1935 για τα επόμενα χρόνια. Γι' αυτό και το Φλεβάρη πήγε στο Λονδίνο ο Πεσμαζόγλου, καινούργιο οικονομολογικό αστέρι της πλουτοκρατικής κλίκας. Πρόεδρος τότε του συμβουλίου των ομολογιούχων ήταν ο σερ ΄Οστεν Τσάμπερλεν, αδερφός του κατόπιν πρωθυπουργού Νέβιλ Τσάμπερλεν. Η πολιτική των δυο αδελφών είναι μια ατέλειωτη αλυσίδα από εξευτελισμούς και προδοσίες μικρών και μεγάλων λαών. Στο πρόσωπο τους, το εγγλέζικο χρη­ματιστικό κεφάλαιο είχε αποκτήσει τους χαρακτηριστικότερους εκπροσώπους του για μια ολόκληρη εποχή. Μόλις άρχισαν οι συν­ομιλίες, οι ομολογιούχοι ζήτησαν 50%. Ο Πεσμαζόγλου πρόσφερε 35%. Αυτοί, αρνήθηκαν κι έτσι οι διαπραγματεύσεις διακόπηκαν. Η ελληνική κυβέρνηση -κάτω από τη λαϊκή πίεση- δήλωσε τότε στους ομολογιούχους ότι θα τους πλήρωνε τα τοκομερίδια τους πού έληγαν την 1η του Απρίλη, με ποσοστό 35%. Ο ΔΟΕ διαμαρτυρή­θηκε αμέσως γιατί έτσι ή κυβέρνηση παραβίαζε το νόμο του 1898 και, καθώς τις είχε στο χέρι, κατακράτησε όλες τις υπέγγυες προσ­όδους υπολογίζοντας τόκους και χρεολύσια για όλα τα δάνεια πού ήταν κάτω από τον έλεγχο του. Συγχρόνως με τη διαμαρτυρία και το πραξικόπημα του ΔΟΕ, άρχισαν αλλεπάλληλα διπλωματικά δια­βήματα από τις ενδιαφερόμενες κυβερνήσεις, ενώ το συμβούλιο των ομολογιούχων στο Λονδίνο λυσσασμένο σύσταινε στα μέλη του να μη δεχτούν να εισπράξουν το 35%. Έπεσαν όλοι πάνω στη φτωχή μας χώρα να την πνίξουν. Παρ΄ όλα αυτά, όμως, το 52% των ομολογιούχων έτρεξαν να εισπράξουν το 35% και για τα υπόλοιπα έχει ο θεός. Και πράγματι ο θεός των τοκογλύφων, ενσαρκωμένος στο πρόσωπο του Γκλίξμπουργκ, τους βοήθησε.

Ε. ΈΡΧΕΤΑΙ Ο ΓΚΛΙΞΜΠΟΥΡΓΚ

Σ΄όλο αυτό το διάστημα, άλλες κύριες ασχολίες του Λαϊκού Κόμματος ήταν οι επιστημονικές καλπονοθεύσεις και η συστηματική ρουσφετολογία. Πάνω στο δημόσιο ταμείο είχαν ριχτεί μ΄άγριες διαθέσεις οι φίλοι του κόμματος, που τόσα χρόνια είχαν μείνει μακριά από την εξουσία. Ο Τσαλδάρης, περισσότερο κατάλληλος για δικολάβος παρά για αρχηγός κόμματος, ξόδευε όλη την, όχι και τόσο πληθωρική, ζωτικότητά του σε επιφυλάξεις, σοφίσματα και σε διάφορου συνδυασμούς που σοφιζόταν για ν' αντιμετωπίσει, την αντιπολίτευση και τις γκρίνιες των φίλων του πού τρώγονταν σαν τα σκυλιά.

Οι αντιθέσεις ανάμεσα στα δύο αστοτσιφλκικάδικα μπλοκ οξύνονται και παίρνουν τη μορφή ανοιχτής ένοπλης σύγκρουσης το Μάρτη του '35. Το «αντιβενιζελικό» κράτος – εφεύρεση του Μεταξά – παρόλη την τρομοκρατία που ξαπόλυσε όταν επιβλήθηκε, δεν κατάφερε να πνίξει το λαϊκό κίνημα. Οι εκλογές του Ιούνη του '35 φανερώνουν ότι οι λαϊκές μάζες αρχίζουν να χειραφετούνται πια από την επιρροή των πλουτοκρατικών κομμάτων και να προσανατολίζονται προς τ΄αριστερά. Η κατάσταση αυτή αρχίζει να καταντάει αρκετά επικίνδυνη για την ντόπια πλουτοκρατία και πολύ επιζήμια για τους ξένους κεφαλαιούχους, που θα επιθυμούσαν να ασχολιέται ο ελληνικός λαός με τα «ειρηνικά» του έργα και να μην καταγίνεται τόσο πολύ στην πολιτική. Και τότε όλοι οι αντιδραστικοί πλουτοκρατικοί κύκλοι του εσωτερικού και του εξωτερικού, με πρώτη την Εθνοτράπεζα, με τις συμβουλές και την έγκριση του Βενιζέλου, με την ανοχή των ψευτοδημοκρατικών κομμάτων και με τις ευλογίες και τα χειροκροτήματα των ομολογιούχων, άρχισαν να κηρύχνουν την πολιτική της «συμφιλίωσης». Όργανο για την πραγματοποίησή της θα ΄ταν ο δεύτερος Γεώργιος Γκλίξμπουργκ, που τον τάιζε δώδεκα ολόκληρα χρόνια ο Χάμπρο. Φτάνει να 'ρχόταν ο βασιλιάς για να αγαπηθούν βενιζελικοί και αντιβενιζελικοί και να ζήσει ο λαός ευτυχισμένος.

Επειδή, όμως, ο λαός με μια μεγαλειώδη συγκέντρωση των αντιφασιστικών δημοκρατικών του δυνάμεων έδειξε την ακλόνητη διάθεσή του να υπερασπίσει τις δημοκρατικές του ελευθερίες, ανάλαβε να κανονίσει τα περαιτέρω αυτοχειροτονηθείς σε αντιβασιλιά Γ. Κονδύλης, με το διαβόητο δημοψήφισμα που οργάνωσε το Νοέμβρη του '35.
Κι έτσι η Ελλάδα απόχτησε πάλι βασιλιά και σε λίγο και «εθνικό» κυβερνήτη, οι ομολογιούχοι εξασφάλισαν, όπως θα δούμε, το ποσοστό που ζητούσαν και τον ελληνικό λαό ανάλαβε να τον επαναφέρει στα ειρηνικά του έργα ο Μανιαδάκης.

Wednesday, April 17, 2013

Πόλεις στις ΗΠΑ χρεωκοπούν...και λεηλατούν τα ασφαλιστικά ταμεία των εργατών για να διασωθούν


Παρατηρώντας την αντίδραση πολλών γύρω μου, που με κοιτούν απορημένοι όταν τους λέω για την παρακμή των ΗΠΑ, έχω αρχίσει να πιστεύω ότι στην περίπτωση της Αμερικής ισχύει...το "σύνδρομο του Ελ Σιντ" (για όσους δεν γνωρίζουν την ιστορία, θα πω ότι ο Ελ Σιντ ήταν μεγάλος πολεμιστής, και έσπερνε τον φόβο στους εχθρούς του, που τρόμαζαν και μόνο στη θέα του. Όταν λοιπόν πέθανε, τον έβαλαν με την πανοπλία του πάνω στον άλογο, ώστε να βγει στη μάχη και να τρομάξει τους εχθρούς, αν και στην πραγματικότητα ήταν πλέον νεκρός και άρα ακίνδυνος).

Βέβαια, θα μου πείτε ότι η Αμερική δεν είναι εντελώς νεκρή, και άρα η σύγκριση με το μύθο του Ελ Σιντ είναι λάθος. Έχετε δίκιο, η Αμερική όντως δεν είναι νεκρή. Ωστόσο, οι άνθρωποι δεν έχουν καταλάβει το βάθος της κρίσης, και το πόσο παρακμασμένη είναι.

Οι περισσότεροι δηλαδή ακόμα σκέφτονται την Αμερική με βάση τα δεδομένα του παρελθόντος, όταν ήταν ακόμα όντως παντοδύναμη. Σίγουρα φταίει και η έλλειψη σοβαρής ενημέρωσης και ανάλυσης από τα κυρίαρχα ΜΜΕ, κτλ, που εμποδίζει τους ανθρώπους να κατανοήσουν τι γίνεται, αλλά έστω και έτσι, η πίστη των ανθρώπων ότι η Αμερική θα συνεχίσει να κυριαρχεί για πολλά χρόνια χρόνια θυμίζει λιγάκι από...Ελ Σιντ.

Αυτή η πραγματικότητα δεν ισχύει πλέον - όσο για την "ανάκαμψη της αμερικανικής οικονομίας", πού την βλέπετε ρε παιδιά, όταν πχ ο αριθμός των Αμερικάνων που ζουν με κουπόνια σίτισης διαρκώς σπάει το ένα ρεκόρ μετά το άλλο;

Σε αυτό το άρθρο, θα δούμε τις νεότερες εξελίξεις σε "τοπικό επίπεδο", με τις πόλεις των ΗΠΑ να συνεχίζουν να κηρύσσουν πτωχεύσεις, και να προσπαθούν να λεηλατήσουν σε κάποιες περιπτώσεις την τελευταία μεγάλη "δεξαμενή ρευστότητας" που έχουν, δηλαδή τα ασφαλιστικά ταμεία των εργαζομένων ώστε να διασωθούν.

Είχαμε ξεκινήσει να βλέπουμε το θέμα πριν μερικά χρόνια, αλλά προφανώς συνεχίζεται, και παράλληλα θυμίζουμε ότι και οι δήμοι στη Ελλάδα είναι σε άθλια οικονομική κατάσταση, όπως επίσης είχαμε δει (πχ εδώ και εδώ).

Τα τελευταία νέα από την Αμερική είναι ακόμα πιο "εντυπωσιακά", με μεγάλους δήμους να κηρύσσουν πτώχευση:


Καταρχήν, η πόλη του Ντιτρόιτ χρεωκόπησε, κάτι αναμενόμενο βέβαια, μιας και εδώ και καιρό έχουν κλείσει σχολεία, ακόμα και τα φανάρια των δρόμων σε κάποιες περιπτώσεις, κτλ. Ένα τεράστιο κομμάτι των κατοίκων της πόλης έχει μετακομίσει, ενώ απ' όσους έχουν μείνει, οι μισοί δεν πληρώνουν καν φόρους (διότι δεν έχουν λεφτά για να πληρώσουν). Θα λέγαμε ότι η περίπτωση του Ντιτρόιτ είναι η πιο αντιπροσωπευτική περίπτωση της παρακμής της Αμερικής, διότι ήταν κάποτε μια φοβερά βιομηχανοποιημένη πόλη, λόγω των πολλών Αμερικανικών αυτοκινητοβιομηχανιών που υπήρχαν εκεί και κυριαρχούσαν σε παγκόσμια κλίμακα. Σήμερα βέβαια η αμερικανική βιομηχανία είναι [και αυτή] σε παρακμή, και το Ντιτρόιτ έχει πλέον μισοερηπωθεί εξαιτίας αυτής της κατάστασης:

Michigan takes over bankrupt Detroit
The state of Michigan is taking over America’s poorest city and managing its finances. After years of decline, Detroit has reached a point that has finally prompted Gov. Rick Snyder to order an emergency state takeover of the bankrupt city.

“There’s probably no city that’s more financially challenged in the entire United States,” Snyder said earlier this month, claiming that the city lacked a plan to reduce its $14 billion debt. “We need to start moving upward with the city of Detroit.”  On March 1, Snyder declared a state of fiscal emergency for Detroit, which has a deficit of more than $300 million.

Detroit’s emergency financial manager will have a difficult job fixing a city that has been struggling with deficits for nearly 10 years. Many of its residents have been unable to pay their taxes and since 2000, the city has lost about 25 percent of its population. More than a third of Detroit’s population lives in poverty. The city’s unemployment rate is 18.2 percent, which is more than twice the national average of 7.7 percent. With immense debt and lack of funds, the city has been slowly crumbling. Broken streetlights remain unrepaired, there is a lack of law enforcement, and public transportation has started to fall apart.  

The city is ridden with crime and corruption; Detroit topped 400 homicides in 2012, marking it the second deadliest year per capita in Detroit history. And the city’s former mayor, Kwame Kilpatrick, was this week convicted of two dozen federal charges of corruption and bribery. Poor conditions have prompted thousands of former residents to leave the city. The number of residents today is equivalent to about half of the city’s population in the year 1950 - the year Detroit’s population peaked.

Μπορεί βέβαια το Ντιτρόιτ να χρεωκοπεί, αλλά οι πιστωτές του, δηλαδή οι τράπεζες της Wall Street βγάζουν κανονικά τα λεφτά τους:

Only Wall Street Wins in Detroit Crisis Reaping $474 Million Fee
The only winners in the financial crisis that brought Detroit (9845MF) to the brink of state takeover are Wall Street bankers who reaped more than $474 million from a city too poor to keep street lights working.

The city started borrowing to plug budget holes in 2005 under former Mayor Kwame Kilpatrick, who was convicted this week on corruption charges. That year, it issued $1.4 billion in securities to fund pension payments. Last year, it added $129.5 million in debt, 9.3 percent of its general-fund budget, in part to repay loans taken to service other bonds. 

“We have no lights, no buses, poor streets and now we’re paying millions of dollars a year on our debt,” said David Sole, a retired municipal worker and advocate for Moratorium Now Coalition, a Detroit group that fights foreclosures and evictions. “The banks said they need to be paid first. But there is no money.”

Δεν είναι όμως μόνο το Ντιτρόιτ - ένα σωρό μικρές και μεγάλες πόλεις έχουν κηρύξει χρεωκοπία, ή βρίσκονται "στο χείλος". Δείτε πχ την περίπτωση της Φιλαδέλφειας, της 5ης μεγαλύτερης πόλης των ΗΠΑ, που αντιμετωπίζει σοβαρά οικονομικά προβλήματα και κάλεσε τους πιστωτές της από τη Wall Street για μια συζήτηση "με κλειστές θύρες", με την ατζέντα να περιλαμβάνει πώληση των "ασημικών" της, κτλ:

Philadelphia Holds Closed Meeting With Wall Street 
Spoiler:
Philadelphia Mayor Michael Nutter, whose municipality has the lowest credit rating of the five most-populous U.S. cities, will address investors at a conference financed by underwriters and closed to the public and the press.

Tours of city assets are set for the second day of the conference, including the Philadelphia Gas Works, the largest municipally owned natural-gas utility in the U.S. The city plans to hire a broker to steer the sale of the system, which may fetch as much as $496 million, according to Lazard Ltd. (LAZ)


Πρόσφατα είχαμε επίσης την επίσημη χρεωκοπία του Στόκτον, μιας πόλης 300.000 κατοίκων στην Καλιφόρνια:

Calif. city Stockton heading to bankruptcy court
Spoiler:
High salaries and lucrative benefits were supposed to attract and retain the brightest city workforce to improve the quality of life for its residents. “We spent like the good times would go on forever,” said Stockton spokeswoman Connie Cochrane.

But then the recession hit, and the good times went bust. On Monday, California’s 13th-largest city begins federal court proceedings that could end with it becoming the most populous city in the U.S. to successfully enter bankruptcy, a move opposed by those who lent the money to keep it flush.

On its journey to this point, the Central Valley city has become emblematic of both government excess and the financial calamity that resulted when the nation’s housing bubble burst. Its salaries, benefits and borrowing were based on anticipated long-term developer fees and increasing property tax revenue. But those were lost in a flurry of foreclosures.

After the city’s population grew by nearly 20 percent between 2000 and 2005 and real estate tripled in value, home prices plummeted 40 percent the following year before bottoming out at 70 percent.

Within two years, Stockton had accumulated nearly $1 billion in debt on civic improvements, money owed to pay pension contributions and the most generous health care benefits in the state — coverage for life for all retirees plus a dependent no matter how long they had worked for the city.

“It’s not realistic to think that something like that could be sustained indefinitely,” Cochrane said.

“We are fiscally insolvent, but service insolvent as well and that threatens our ability to attract new business, which we need to recover,” Cochrane said.


Στην Καλιφόρνια, αυξάνουν τις ασφαλιστικές εισφορές των εργατών (και μιλάμε για μεγάλες αυξήσεις, έως και 50%), ώστε να μαζέψουν όσα λεφτά μπορούν από όσους εργάτες έχουν να ανταπεξέλθουν στο κόστος αυτό. Τα λεφτά των ταμείων έχουν φαγωθεί ή/και έχουν επενδυθεί σε ομόλογα, παράγωγα, "δομημένα ομόλογα" ή ξέρω και εγώ τι άλλο, και τώρα δε φτάνουν για να πληρωθούν οι συμφωνημένες συντάξεις:

Californians: Prepare For A 50% Hike In Pension Costs 
California taxpayers may see the municipal pension contributions they fund for the California Public Employees’ Retirement System rise as much as 50 percent under a plan to fill $87 billion in unfunded obligations.

The median funded status of state pensions, meaning how much money a system has in order to pay its obligations, fell to 72 percent in 2011 from 83 percent in 2007, according to data compiled by Bloomberg.
Σε μια άλλη πόλη των ΗΠΑ, στο Providence, βρήκε δικαστική απόφαση που μειώνει διά νόμου τις συντάξεις που θα πάρουν οι εργαζόμενοι, ώστε να μπορέσει να ανταπεξέλθει το ταμείο:

Judge approves Providence pension deal
Spoiler:
Superior Court Judge Sarah Taft-Carter on Friday gave final approval to a landmark settlement over pension and healthcare benefits that likely helped Rhode Island’s capital city avoid filing for bankruptcy.

The pension agreement was reached last May after Mayor Angel Taveras publicly threatened that the city could go insolvent if it couldn’t win significant concessions from retirees and several public employee unions. The deal allows the city to cap all pensions, suspend cost-of-living adjustments (COLAs) for a decade and eliminate 5% and 6% compounded COLAs for good while also moving retirees to Medicare.

“I think it’s a historic day for our city,” Taveras told WPRI.com. “I feel relieved and grateful. This has been a long process and I feel like we’re at the end of the process. I’m grateful for the retirees’ sacrifice.



Την ίδια ώρα, για να μην ξεχνιόμαστε, ιδού που πάει ένα τεράστιο μέρος των χρημάτων του κράτους - στις εκστρατείες στη Μ. Ανατολή, ώστε να προστατέψει τα συμφέροντα του:

Κόστος $ 6 τρις από τους πολέμους σε Ιράν και Αφγανιστάν μετρούν οι ΗΠΑ 
Περίπου 2,5 εκατομμύρια βετεράνοι θα χρειάζονται περίθαλψη για δεκαετίες
Οι πόλεμοι στο Ιράκ και το Αφγανιστάν θα κοστίσουν μακροπρόθεσμα στις Ηνωμένες Πολιτείες τέσσερα έως έξι τρισεκατομμύρια δολάρια, και ως εκ τούτου θα επιβαρύνουν τον κρατικό προϋπολογισμό για τις επόμενες δεκαετίες, σύμφωνα με μια μελέτη του Πανεπιστημίου του Χάρβαρντ.

Η ειδικός του Πανεπιστημίου, Λίντα Μπιλμς, αναφέρει ότι οι ΗΠΑ θα κληθούν να αναλάβουν την φροντίδα όλο και περισσότερων βετεράνων πολέμου, περίπου 2,5 εκατομμυρίων ανθρώπων, και επιπλέον θα πρέπει να αποπληρώσουν τα δάνεια που έχουν λάβει για την κάλυψη του κόστους των πολέμων αυτών.

Ο Ντόναλντ Ράμσφελντ, υπουργός Άμυνας κατά την περίοδο της προεδρίας Μπους, είχε ισχυριστεί πριν από την εισβολή ότι ο πόλεμος θα κόστιζε περίπου 50 δισεκατομμύρια δολάρια.