Tuesday, October 29, 2013

Μια αναδημοσίευση από τα παλιά για μια χώρα σε χρεωκοπία


Λόγω επαγγελματικών υποχρεώσεων, σήμερα δεν υπάρχει χρόνος για κάτι παραπάνω, οπότε ξαναβάζω κάποια αποσπάσματα από το έργο του Μαρξ για τη χρεωκοπημένη Γαλλία του 1850, και το τι επακολούθησε. Όλα αυτά τα αποσπάσματα τα έχουμε ξαναδεί κατά καιρούς, αλλά έχουμε καιρό να τα δούμε, και είναι χρήσιμο να τα έχουμε στο μυαλό, διότι "είναι πιο επίκαιρα από ποτέ" (τετριμμένο, αλλά αληθινό):

***

Στην εποχή του Λουδοβίκου Φιλίππου δεν κυριαρχούσε η γαλλική αστική τάξη, αλλά μόνο μια ομάδα της […] η λεγόμενη αριστοκρατία του χρήματος.  Αυτή κάθισε στο θρόνο, αυτή υπαγόρευε τους νόμους στα κοινοβούλια, αυτή μοίραζε τις δημόσιες θέσεις.

Ενώ η αριστοκρατία του χρήματος έκανε τους νόμους, διεύθυνε το κράτος, είχε στη διάθεση της όλες τις οργανωμένες δημόσιες εξουσίες, και με βάση αυτά τα ίδια τα γεγονότα και με τον τύπο εξουσίαζε την κοινή γνώμη και ενώ σ' όλες τις σφαίρες από την αυλή ως το Café Borgne (Σημ. Συντ: έτσι ονομάζουν στο Παρίσι τα κακόφημα καφενεία και καπελειά) συνεχιζόταν η ίδια πορνεία, η ίδια ξετσίπωτη απάτη, η ίδια μανία πλουτισμού, όχι με την παραγωγή, αλλά με το επιτήδειο τσέπωμα του ετοίμου πλούτου των άλλων, ξέσπασαν, ιδιαίτερα στις κορυφές της αστικής κοινωνίας, και επικράτησαν αχαλίνωτα νοσηρές και έκλυτες ορέξεις πού κάθε στιγμή έρχονταν σε σύγκρουση με τους ίδιους τους αστικούς νόμους — ορέξεις όπου πλούτος που προερχόταν απ' το παιχνίδι γύρευε φυσικά την ικανοποίησή του εκεί που η απόλαυση γίνεται ακολασία, εκεί που γίνονται ένα το χρήμα, η βρωμιά και το αίμα. Η χρηματική αριστοκρατία, με τον τρόπο πλουτισμού της, όπως και με τις απολαύσεις της, δεν είναι τίποτα άλλο παρά η αναγέννηση του κουρελοπρολεταριάτου στα ανώτατα στρώματα της αστικής κοινωνίας.

Και οι ομάδες της γαλλικής αστικής τάξης που δε βρίσκονταν στην εξουσία, φώναζαν: «Διαφθορά!». Κι όταν το 1847, στις πιο υψηλές βαθμίδες της αστικής κοινωνίας παρουσιάζανε δημόσια τις ίδιες εκείνες σκηνές που οδηγούν κανονικά το κουρελοπρολεταριάτο στα πορνεία, στα φτωχοκομεία, στα τρελοκομεία, μπρος στο δικαστή, στα κάτεργα και στην κρεμάλα, ο λαός φώναζε: «Κάτω οι μεγάλοι κλέφτες, κάτω οι δολοφόνοι!». Η βιομηχανική αστική τάξη έβλεπε τα συμφέροντα της να κινδυνεύουν, η μικροαστική τάξη ήταν γεμάτη από ηθική αγανάχτηση, η λαϊκή φαντασία ήταν ξαναμμένη, το Παρίσι ήταν πλημμυρισμένο με λίβελους—«η δυναστεία των Ρότσιλντ», «οι τοκογλύφοι είναι βασιλιάδες της εποχής » κλπ— με τους οποίους, με περισσότερο ή λιγότερο πνεύμα, καταγγέλλανε και στιγματίζανε την κυριαρχία της αριστοκρατίας του χρήματος.

Η μοναρχία του Ιούλη δεν ήταν τίποτε άλλο από μια μετοχική εταιρία για την εκμετάλλευση του γαλλικού εθνικού πλούτου. Ο Λουδοβίκος Φίλιππος ήταν ο διευθυντής αυτής της εταιρείας. Η καθαυτό βιομηχανική αστική τάξη αποτελούσε ένα μέρος της επίσημης αντιπολίτευσης, δηλαδή δεν αντιπροσωπευόταν στα κοινοβούλια παρά σα μειοψηφία.

Η μικροαστική τάξη σ’ όλες τις διαβαθμίσεις της, όπως και η αγροτική τάξη είχαν αποκλειστεί ολότελα από την πολιτική εξουσία. Η βιομηχανική αστική τάξη έβλεπε τα συμφέροντά της να κινδυνεύουν, η μικροαστική τάξη ήταν γεμάτη από ηθική αγανάκτηση.

Αν η κοινοβουλευτική δημοκρατία ήταν “η κρατική μορφή που διαιρούσε λιγότερο από κάθε άλλη μορφή τις διάφορες ομάδες της άρχουσας τάξης” άνοιγε όμως αντίθετα μιαν άβυσσο ανάμεσα σ’ αυτή την τάξη και ολόκληρο τον κοινωνικό οργανισμό που ζούσε έξω από τις αραιές γραμμές της.

Ενώ η επανάσταση του 1789 άρχισε με την αποτίναξη των φεουδαρχικών βαρών από τους αγρότες, η επανάσταση του 1848, για να μη βάλει σε κίνδυνο το κεφάλαιο και για να εξασφαλίσει τη λειτουργία του κρατικού μηχανισμού του, εμφανίστηκε στον αγροτικό πληθυσμό με την επιβολή ενός νέου φόρου. […] Η προσωρινή κυβέρνηση επέβαλε ένα πρόσθετο φόρο από 45 λεπτά σε κάθε φράγκο πάνω στους τέσσερις άμεσους φόρους [...] ο φόρος αυτός χτύπησε πριν απ’ όλα την αγροτική τάξη, δηλαδή την πλειοψηφία του γαλλικού λαού. Οι αγρότες έπρεπε να πληρώσουν τα έξοδα της επανάστασης του Φλεβάρη, και σ’ αυτούς η αντεπανάσταση βρήκε το κυριότερο υλικό της. Ο φόρος των 45 λεπτών ήταν για τον Γάλλο αγρότη ζήτημα ζωής ή θανάτου, και ο αγρότης το μετέτρεψε σε ζήτημα ζωής ή θανάτου για τη δημοκρατία. Από τη στιγμή αυτή η δημοκρατία για τον Γάλλο αγρότη ήταν ο φόρος των 45 λεπτών και στο παρισινό προλεταριάτο έβλεπε ο αγρότης τον άσωτο που καλοπερνούσε με δικά του έξοδα.

Γράφει ο Μαρξ στους Ταξικούς Αγώνες στη Γαλλία: «Η 10η του Δεκέμβρη 1848 [εκλογή του Λουδοβίκου Βοναπάρτη στο προεδρικό αξίωμα] ήταν η μέρα της αγροτικής εξέγερσης. Μόνο απ’ τη μέρα αυτή χρονολογείται ο Φλεβάρης των Γάλλων αγροτών. [...] Η δημοκρατία είχε αναγγείλει την παρουσία της στην τάξη αυτή με το φοροεισπράκτορα κι εκείνη αναγγέλθηκε στη δημοκρατία με τον αυτοκράτορα. Ο Ναπολέων ήταν ο μόνος άνθρωπος που είχε αντιπροσωπεύσει εξαντλητικά τα συμφέροντα και τη φαντασία της νέας τάξης των αγροτών που είχε δημιουργηθεί στα 1789. Η αγροτιά, γράφοντας το όνομα του Ναπολέοντα στην προμετωπίδα της δημοκρατίας, κήρυττε την επιβολή των ταξικών συμφερόντων της. Ο Ναπολέων δεν ήταν για τους αγρότες ένα πρόσωπο, αλλά ένα πρόγραμμα. […] Όχι άλλοι φόροι, κάτω οι πλούσιοι, κάτω η δημοκρατία, ζήτω ο αυτοκράτορας! Πίσω απ’ τον αυτοκράτορα κρυβόταν ο πόλεμος των χωρικών. Η δημοκρατία που καταψήφισαν ήταν η δημοκρατία των πλουσίων. Για τη μικροαστική τάξη ο Ναπολέων σήμαινε την κυριαρχία του οφειλέτη πάνω στον πιστωτή»

Η εργατική τάξη ήταν αρκετά αποδυναμωμένη πολιτικά μετά την ήττα του Ιούνη του 1848, δεν συγκροτούσε κοινωνική δύναμη σε επαναστατική κατεύθυνση, για να αποτελέσει πόλο ταξικής συμμαχίας με τους μικροαστούς αγρότες.

Η περαιτέρω αποδυνάμωση της εργατικής τάξης ως επαναστατικής κοινωνικής δύναμης ήρθε με την «κατάργηση του γενικού εκλογικού δικαιώματος» με τον εκλογικό νόμο της 31 του Μάη του 1850 που «ήταν το coup d’ etat [πραξικόπημα] της αστικής τάξης» ενάντια στη μικροαστική Montagne (Ορεινούς) μετά τις εκλογές στις 10 Μάρτη 1850, αλλά και μια απόπειρα «να περάσει λαθραία η προεδρική εκλογή από τον λαό στην Εθνοσυνέλευση »· κατάργηση στην οποία, ας σημειωθεί, αντιτάχθηκε ο Λουδοβίκος Βοναπάρτης, ο οποίος και επανέφερε την καθολική ψηφοφορία. Γράφει ο Μαρξ για τις συνέπειες αυτού του εκλογικού νόμου για την εργατική τάξη, ειδικότερα για το παρισινό προλεταριάτο: «Μόνο που ο εκλογικός νόμος της 31 του Μάη 1850, το απόκλειε από κάθε συμμετοχή στην πολιτική εξουσία. Το ξέκοβε από αυτό το ίδιο το πεδίο της μάχης. Ξανάριχνε τους εργάτες πίσω στην κατάσταση του παρία που βρίσκονταν πριν από την επανάσταση του Φλεβάρη» . Οι εργάτες έτσι «απόδειξαν πως η ήττα του Ιούνη 1848 τους είχε κάνει για χρόνια ανίκανους για πάλη και πως η ιστορική πορεία θα πρέπει να συνεχίσει το δρόμο της περνώντας πρώτα-πρώτα πάνω από τα κεφάλια τους»

Οι Γάλλοι αγρότες, εντούτοις, όχι μόνο ψήφισαν μαζικά στις 10 Δεκέμβρη 1848 τον Λουδοβίκο Βοναπάρτη αλλά και τον στήριξαν εξίσου μαζικά στο πραξικόπημά του στις 2 Δεκέμβρη 1851 νομιμοποιώντας τον ανοικτά και με την ψήφο τους. Γράφει ο Μαρξ: «Η ιστορία τους κρατούσε από τον λόγο της και η πλειοψηφία ήταν σε τέτοιο βαθμό δεσμευμένη από τις αυταπάτες της που ίσα - ίσα στους πιο κόκκινους νομούς ο αγροτικός κόσμος ψήφισε ανοικτά το Βοναπάρτη»

Οι μικροαστοί αποτελούν συχνά μια τάξη-στήριγμα του κράτους». Ιδίως ποιου κράτους; «Η συμμαχία τους με την αστική τάξη δεν είναι άμεση, αλλά πραγματοποιείται χάρη στην υποστήριξη εκείνων των μορφών κράτους που η μικροαστική τάξη θεωρεί αντίθετες προς τα συμφέροντα της αστικής τάξης και πρόσφορες στα δικά της» . Μια τέτοια μορφή κράτους της οποίας αποτέλεσαν ιστορικά τάξη-στήριγμα οι μικροαστοί αγρότες αποτελούσε το βοναπαρτικό κράτος εκτάκτου ανάγκης. «Ο εκλεκτός των αγροτών δεν είναι ο Βοναπάρτης που υποτασσόταν στο αστικό κοινοβούλιο, μα ο Βοναπάρτης που διάλυσε το αστικό κοινοβούλιο»

η εξωκοινοβουλευτική μάζα της αστικής τάξης […] καλούσε τον Βοναπάρτη να καταπιέσει, να εκμηδενίσει το τμήμα της που μιλούσε και έγραφε, τους πολιτικούς της και τους συγγραφείς της, το ρητορικό της βήμα και τον τύπο της, έτσι που να μπορεί γεμάτη εμπιστοσύνη, κάτω από την προστασία μιας ισχυρής και απολυταρχικής κυβέρνησης να ασχολείται με τις ιδιωτικές της υποθέσεις.

«Στην πραγματικότητα η αυτοκρατορία ήταν η μόνη δυνατή μορφή διακυβέρνησης σε μια εποχή που η αστική τάξη είχε χάσει πια την ικανότητα να κυβερνά το έθνος και η εργατική τάξη δεν είχε ακόμα αποκτήσει αυτή την ικανότητα»

***

Κανένας δεν είχε αγωνιστεί στις μέρες του Ιούνη για την σωτηρία της ιδιοκτησίας και για την αποκατάσταση της πίστης πιο φανατικά από τους Παρισινούς μικροαστούς – τους καφετζήδες, τους εστιάτορες, τους ταβερνιάρηδες τους μικροέμπορους, πραγματευτάδες επαγγελματίες κλπ. Το μαγαζί ανασκουμπώθηκε και βάδισε ενάντια στο οδόφραγμα για να αποκαταστήσει την κυκλοφορία που οδηγεί από το δρόμο στο μαγαζί. Πίσω όμως από το οδόφραγμα στέκοταν οι πελάτες και οι οφειλέτες, μπρος του οι πιστωτές του μαγαζιού. Κι οταν τα οδοφράγματα γκρεμίστηκαν και οι εργάτες συντρίφτηκαν, κι όταν οι μαγαζάτορες, μεθυσμένοι από τη νίκη, έτρεξαν πίσω στα μαγαζιά τους, βρήκαν την είσοδο φραγμένη από ένα σωτήρα της ιδιοκτησίας, έναν επίσημο πράκτορα της πίστης, που τους παρουσίαζε τις απειλητικές επιστολές: ληξιπρόθεσμο γραμμάτιο! ληξιπρόθεσμο νοίκι! ληξιπρόθεσμη τραβηχτική! χρεοκοπημένο μαγαζί ! χρεοκοπημένος μαγαζάτορας!

Διάσωση της ιδιοκτησίας! Όμως το σπίτι όπου κατοικούσαν δεν ήταν ιδιοκτησία τους. Το μαγαζί που φυλάγανε δεν ήταν ιδιοκτησία τους. Τα εμπορεύματα που πουλούσαν δεν ήταν ιδιοκτησία τους. Ούτε το μαγαζί τους, ούτε το πιάτο που τρώγανε, ούτε το κρεβάτι που κοιμούνταν άνηκαν σε αυτούς. Απ’ αυτούς ακριβώς έμπαινε ζήτημα να σωθεί η ιδιοκτησία προς όφελος του ιδιοκτήτη που τους είχε νοικιάσει το σπίτι, του τραπεζίτη που τους είχε προεξοφλήσει το γραμμάτιο, του κεφαλαιούχου που τους είχε δανείσει μετρητά χρήματα, του εργοστασιάρχη που τους είχε εμπιστευθεί σ’ αυτούς τους λιανοπωλητές εμπορεύματα για πούληση, προς όφελος του μεγαλέμπορα που είχε παραδώσει επί πιστώσει τις πρώτες ύλες σ’αυτούς τους επαγγελματίες. Αποκατάσταση της πίστης! Μα η ξαναδυναμωμένη πίστη αποδείχτηκε ένας ζωηρός και γεμάτος ζήλο θεός, ακριβώς γιατί έδιωξε από τους τέσσερεις τοίχους του τον αναξιόχρεο οφειλέτη μαζί με την γυναίκα και τα παιδιά του, παραδίνοντας την εικονική ιδιοκτησία του στο κεφάλαιο και ρίχνοντας τον ίδιο στη φυλακή για χρέη, στη φυλακή που ξαναϋψώθηκε απειλητικά πάνω από τα πτώματα των εξεγερμένων του Ιούνη.

Οι μικροαστοί είδαν με τρόμο ότι τσακίζοντας τους εργάτες, παράδωσαν τους εαυτούς τους χωρίς αντίσταση στα χέρια των πιστωτών τους. Η χρεοκοπία τους, που από το Φλεβάρη και ύστερα κέρδιζε χρόνο και που είχε φαινομενικά αγνοηθεί, κηρύχθηκε ανοιχτά ύστερα από τον Ιούνη. Η ονομαστική ιδιοκτησία τους είχε αφεθεί απείραχτη τόσο καιρό, όσο χρειάζοταν για να τους οδηγήσουν στο πεδίο της μάχης, εν ονόματι της ιδιοκτησίας. Τώρα που είχε ξεκαθαριστεί ο μεγάλος λογαριασμός με το προλεταριάτο, μπορούσε να ξαναξεκαθαριστεί ο μικρός λογαριασμός με τον μπακάλη. Στο Παρίσι, το συνολικό ποσό των γραμματίων που εκκρεμούσε η πληρωμή τους ήταν πάνω από 21 εκατομμύρια φράγκα, στις επαρχίες πάνω από 11 εκατομμύρια. Οι ιδιοκτήτες πάνω από 7.000 εμπορικών επιχειρήσεων του Παρισιού δεν είχαν πληρώσει το νοίκι τους από το Φλεβάρη.

***

«Το δημόσιο χρέος, δηλ. το ξεπούλημα του κράτους –αδιάφορο αν είναι απολυταρχικό, συνταγματικό ή δημοκρατικό κράτος– βάζει τη σφραγίδα του στην κεφαλαιοκρατική εποχή. Το μοναδικό κομμάτι του λεγόμενου εθνικού πλούτου, που στους σύγχρονους λαούς ανήκει πραγματικά στο σύνολο του λαού, είναι το δημόσιο χρέος τους. Γιαυτό είναι πέρα για πέρα συνεπής η σύγχρονη θεωρία που λέει πως ένας λαός γίνεται τόσο πιο πλούσιος, όσο πιο βαθιά βουτιέται στα χρέη. Το δημόσιο χρέος γίνεται το credo [πιστεύω] του κεφαλαίου. Και από τη στιγμή που εμφανίζεται η χρέωση του δημοσίου, τη θέση του αμαρτήματος ενάντια στο άγιο πνεύμα, για το οποίο δεν υπάρχει άφεση, την παίρνει η καταπάτηση της πίστης απέναντι στο δημόσιο χρέος.»
- Καρλ Μαρξ 

«…Αντίθετα η ομάδα της αστικής τάξης που κυβερνούσε και νομοθετούσε με τα κοινοβούλια, είχε άμεσο συμφέρον στη καταχρέωση του κράτους. Το κρατικό έλλειμμα, αυτό ήταν ίσα - ίσα το καθαυτό αντικείμενο της κερδοσκοπίας της και η κύρια πηγή του πλουτισμού της. Κάθε χρόνο κι από ένα νέο έλλειμμα. Ύστερα από κάθε τέσσερα - πέντε χρόνια κι από ένα νέο δάνειο. Και κάθε νέο δάνειο πρόσφερε στη χρηματική αριστοκρατία μία καινούργια ευκαιρία να κατακλέβει το κράτος, που κρατιόταν τεχνικά στο χείλος της χρεωκοπίας - και που ήταν υποχρεωμένο να διαπραγματεύεται με τους τραπεζίτες κάτω από τους ποιο δυσμενείς όρους. Κάθε νέο δάνειο της πρόσφερε μιαν ακόμη ευκαιρία να καταληστεύει με χρηματιστηριακές επιχειρήσεις το κοινό που τοποθετούσε τα κεφάλαια του σε κρατικά ομόλογα και που στα μυστικά τους ήταν μπασμένες η κυβέρνηση και η πλειοψηφία της Βουλής».
- K. Mαρξ, «Οι ταξικοί αγώνες στην Γαλλία 1848-1850»

***

Η δημόσια πίστη και η ιδιωτική πίστη ήταν φυσικά κλονισμένες. Η δημόσια πίστη στηρίζεται στην πεποίθηση ότι το κράτος θα δέχεται να το εκμεταλεύονται οι χρηματιστές τοκογλύφοι. Το παλαιό όμως κράτος είχε εξαφανιστεί και η επανάσταση στρέφονταν πριν απ’ όλα ενάντια στην ολιγαρχία του χρήματος. Οι δονήσεις της τελευταίας ευρωπαϊκής εμπορικής κρίσης δεν είχαν ακόμα σταματήσει. Συνεχίζονταν οι χρεοκοπίες η μια πίσω από την άλλη.
 
Η ιδιωτική πίστη είχε, παραλύσει, η κυκλοφορία είχε περιοριστεί, η παραγωγή είχε σταματήσει πριν ακόμα ξεσπάσει η επανάσταση του Φλεβάρη. Η επαναστατική κρίση μεγάλωσε την εμπορική κρίση. Και αν η ιδιωτική πίστη στηρίζεται στην πεποίθηση ότι η αστική παραγωγή σ’όλη την έκταση των σχέσεών της, ότι το αστικό καθεστώς είναι απρόσβλητο και απαραβίαστο, ποια επίδραση μπορούσε να’χει μια επανάσταση που διαμφισβητούσε τη βάση της αστικής παραγωγής, την οικονομική σκλαβιά του προλεταριάτου, μια επανάσταση που έστησε αντίκρυ στο χρηματιστήριο τη σφίγγα του Λουξεμβούργου; Η απελευθέρωση του προλεταριάτου είναι η κατάργηση της αστικής πίστης γιατί σημαίνει την κατάργηση της αστικής παραγωγής και του καθεστώτος της. Η δημόσια πίστη και η ιδιωτική πίστη είναι το οικονομικό θερμόμετρο που με αυτό μπορεί να μετρήσει κανείς την ένταση της επανάστασης. Στο βαθμό που πέφτουν, στον ίδιο βαθμό ανεβαίνουν η φλόγα και η δημιουργική δύναμη της επανάστασης [...]

[…] Η προσωρινή κυβέρνηση μπορούσε, χωρίς βίαιη επέμβαση, με νόμιμο τρόπο, να εξαναγκάσει την τράπεζα σε χρεοκοπία. Δεν είχε παρά να κρατήσει μία παθητική στάση και να εγκαταλείψει την τράπεζα στην τύχη της. Η χρεοκοπία της τράπεζας θα ήταν ο κατακλυσμός που στο άψε-σβήσε θα σάρωνε από το γαλλικό έδαφος την αριστοκρατία του χρήματος, το χρυσό βάθρο της μοναρχίας του Ιούλη. Και όταν θα είχε πια χρεοκοπήσει η τράπεζα, η ίδια η αστική τάξη θα ήταν υποχρεωμένη να θεωρηθεί σαν μία τελευταία απεγνωσμένη απόπειρα σωτηρίας την ίδρυση από την κυβέρνηση μιας εθνικής τράπεζας και την υπαγωγή της εθνικής πίστης στον έλεγχο του έθνους.

Η προσωρινή κυβέρνηση αντίθετα, επέβαλε την αναγκαστική κυκλοφορία των τραπεζογραμματίων. Έκανε κάτι περισσότερο: Μετέτρεψε όλες τις επαρχιακές τράπεζες σε υποκαταστήματα της Τράπεζας της Γαλλίας και της επέτρεψε να απλώσει τα δίκτυα της σε όλη τη Γαλλία. Αργότερα υποθήκευσε στην τράπεζα τα κρατικά δάση, σαν εγγύηση για ένα δάνειο που συνομολόγησε μαζί της. Έτσι, η επανάσταση του Φλεβάρη στερέωσε άμεσα και πλάτυνε την τραπεζοκρατία που επρόκειτο να την ανατρέψει.

Στο μεταξύ, η προσωρινή κυβέρνηση λύγιζε κάτω από τον βραχνά ενός ελλείμματος που μεγάλωνε. Μάταια ζητιάνευε πατριωτικές θυσίες. Μονάχα οι εργάτες τις έριξαν την ελεημοσύνη τους. Έπρεπε να γίνει προσφυγή σ’ ένα ηρωικό μέσο, στην επιβολή ενός νέου φόρου. Ποιον όμως να φορολογήσουν; Τους λύκους του χρηματιστηρίου τους βασιλιάδες της τράπεζας, τους πιστωτές του κράτους, τους εισοδηματίες τους βιομήχανους; Μα αυτό δεν ήταν καθόλου ένα μέσο για να κερδίσει η δημοκρατία την εύνοια της αστικής τάξης. Αυτό θα σήμαινε από τη μία ότι διακινδυνεύανε την κρατική πίστη και την εμπορική πίστη, που απ’την άλλη επιδιώκανε να τις εξαγοράσουν με τόσο μεγάλες θυσίες και ταπεινώσεις. Κάποιος όμως έπρεπε να πληρώσει [...]
-Κ. Μαρξ – «Οι ταξικοί αγώνες στην Γαλλία 1848 έως το 1850»