Friday, May 3, 2013

Ως πότε ρε αριστερά θα συνεχίζεις έτσι;

Προσπερνώ τα άρθρα του ΚΚΕ εναντίον...όλων των άλλων αριστερών (που όσο δίκιο και να έχουν, δε γίνεται να καταλαμβάνουν τις μισές αναρτήσεις στα site τους, ήμαρτον).

Προσπερνώ επίσης "ανθρωπιστικά" άρθρα διάφορων αριστερών που απλά "καταγράφουν τις απώλειες" από τις επιθέσεις του εχθρού εναντίον μας και απλά καταγγέλουν από το πρωί ως το βράδυ

Εννοείται επίσης ότι προσπερνώ τον "ηλεκτρονικό πόλεμο ανακοινώσεων/άρθρων/tweets, κτλ" ανάμεσα σε διάφορα "εναλλακτικά sites" της αριστεράς και στελεχών της κυβέρνησης που πετάνε μια ατάκα στο twitter, και μετά όλη αυτή η "εναλλακτική αριστερά" βρίσκει θέμα για να βρίσει, να κοροϊδέψει, κτλ στα social media. Σημαντικές και οι ατάκες του κάθε πληρωμένου εκπροσώπου της κυβέρνησης, αλλά..όχι και τόσο σημαντικές για να καταντούν...κύριο θέμα συζήτησης.

Αυτό που δεν προσπερνώ είναι...η πλήρης αντιστροφή της πραγματικότητας από τη σημερινή αριστερά, ή έστω από ένα τμήμα της, που μάλιστα παριστάνει ότι είναι και "επαναστατικό".

Στην προηγούμενη ανάρτηση λοιπόν, με κατηγόρησε κάποιος ως "ρεφορμιστή", και ότι "κάνω πολύ παρέα με ΣΥΡΙΖΑΙους". Ο λόγος που προέβαλλε ήταν ότι πρέπει να είμαστε υπέρ του προστατευτισμού, όχι κατά, και μάλιστα ο αριστερός αυτός "επαναστάτης" είπε το αμίμητο "δεν αποτελεί εθνικιστική παρεκτροπή η επιστροφή στο έθνος κράτος (με την αστική έννοια του όρου) αλλά μοναδική πλέον διέξοδο από τον ιμπεριαλιστικό οδοστρωτήρα που ισοπεδώνει με αυτοκρατορικό στυλ όλες τις κοινωνικές κατακτήσεις του προηγούμενου αιώνα, μετατρέποντας τις αστικοδημοκρατικές κοινωνίες σε ιδιωτικά φέουδα και τους εργάτες σε δουλοπάροικους".

Για να δούμε όμως τι έλεγε ο Μαρξ για το θέμα (ίσως έκανε κι αυτός παρέα με ΣΥΡΙΖΑΙους, αντί να κάνει παρέα με επαναστάτες σαν τον αναγνώστη αυτόν):

[...] Όταν ο Βρετανικός καπιταλισμός ήταν η κυρίαρχη βιομηχανική δύναμη στην παγκόσμια οικονομία και το ελεύθερο εμπόριο είχε μόλις γίνει η εμπορική πολιτική της βρετανικής κυβέρνησης, οι Μαρξ και Ένγκελς πρώτοι έγραψαν για αυτό τη δεκαετία του 1840.

Στην Αγγλία οι «νόμοι του καλαμποκιού» που είχαν διατηρήσει την τιμή των τροφίμων υψηλή (και τους γαιοκτήμονες πλούσιους) καταργήθηκαν το 1846, προκαλώντας μεγάλη διεθνή συζήτηση για το θέμα του ελεύθερου εμπορίου. Τόσο ο Μαρξ όσο και ο Ένγκελς δημοσίευσαν άρθρα και έδωσαν ομιλίες σχετικά με το ζήτημα.

Η πρώτη καινοτομία που έκαναν ήταν να αρνηθούν να δεσμευτούν από το δίλημμα: ελεύθερο εμπόριο ή προστατευτισμός. Ήδη από το 1845, ο Ένγκελς έγραφε στον Julius Campe: “Δεν έχουμε την πρόθεση να υπερασπιστούμε τους προστατευτικούς δασμούς περισσότερο από το ελεύθερο εμπόριο, αλλά μάλλον να επικρίνουμε τα δύο συστήματα, από τη δική μας σκοπιά. Δική μας σκοπιά είναι η κομμουνιστική."

Η πιο λεπτομερής επεξεργασία του θέματος εκ μέρους τους ήταν η ομιλία του Μαρξ ‘Σχετικά με το Ζήτημα του Ελεύθερου Εμπορίου’, η οποία εκδόθηκε στις Βρυξέλλες τον Ιανουάριο του 1848, λίγο πριν από την δημοσίευση του Κομμουνιστικού Μανιφέστου.

Η ομιλία είναι διαποτισμένη με σκεπτικισμό σχετικά με τις "σοφιστείες του ελεύθερου εμπορίου” της τάξης των βιομηχάνων. Ο Μαρξ καταφέρθηκε εναντίον της «ξαφνικής φιλανθρωπίας των ιδιοκτητών εργοστασίων», οι οποίοι υποστήριζαν ότι το ελεύθερο εμπόριο ωφελούσε την εργατική τάξη. Διακήρυξε, δε, ότι η αντίθεση των αφεντικών για σύντμηση της εργάσιμης ημέρας αποκαλύπτει την υποκρισία τους.

Ο Μαρξ πίστευε ότι “όλος αυτός ο φαρισαϊσμός δεν θα καταφέρει να καταστήσει το φτηνότερο ψωμί προσιτό στους εργαζόμενους". Υποστήριξε ότι το ελεύθερο εμπόριο ήταν για τη βρετανική αστική τάξη το μέσο για να κυριαρχεί στην παγκόσμια αγορά. “Η Αγγλία θα αποτελούσε μία τεράστια πόλη-εργοστάσιο, με το σύνολο της υπόλοιπης Ευρώπης να βασίζεται στις γεωργικές περιοχές της”.

(σ.σ. κάπως έτσι είναι η κατάσταση σήμερα με την Κίνα, που όπως η Αγγία της εποχής του Μαρξ, έτσι και αυτή σήμερα είναι η κύρια εξαγωγική δύναμη του κόσμου, με ένα σωρό εργοστάσια ως βιομηχανική βάση)

Ενάντια στα επιχειρήματα ότι το ελεύθερο εμπόριο θα παρέχει φθηνά τρόφιμα και υψηλότερους μισθούς, ο Μαρξ επισήμανε την ένδεια των χειροτεχνών υφαντουργών στη Βρετανία και την Ινδία. Υποστήριξε ότι με την απελευθέρωση του ανταγωνισμού, το ελεύθερο εμπόριο είναι πιθανόν να μειώσει τους μισθούς των εργαζομένων. Ο Μαρξ αμφισβήτησε επίσης το επιχείρημα ότι το ελεύθερο εμπόριο διευκόλυνε ένα φυσικό καταμερισμό της εργασίας μεταξύ των χωρών. Οι οπαδοί του ελεύθερου εμπορίου απέτυχαν να καταλάβουν ότι «μία χώρα μπορεί να πλουτίζει σε βάρος της άλλης".

Στην ερώτηση, «τι είναι το ελεύθερο εμπόριο υπό την παρούσα κατάσταση της κοινωνίας;", η απάντηση του Μαρξ ήταν: "Είναι η ελευθερία που έχει το κεφάλαιο να συντρίψει τον εργαζόμενο”.

Ο Μαρξ υποστήριξε:. "Όταν έχετε ανατρέψει τα λίγα εθνικά εμπόδια που εξακολουθούν να περιορίζουν την πρόοδο του κεφαλαίου, του έχετε απλώς δώσει έτσι πλήρη ελευθερία δράσης. Όσο αφήνετε τη σχέση της μισθωτής εργασίας προς το κεφάλαιο να υπάρχει, δεν έχει σημασία το πόσο ευνοϊκές είναι οι συνθήκες υπό τις οποίες γίνεται η ανταλλαγή των εμπορευμάτων, πάντα θα υπάρχει μια τάξη η οποία θα εκμεταλλεύεται και μια τάξη που θα την εκμεταλλεύονται. "

Και πρόσθεσε: “Όλα τα καταστρεπτικά φαινόμενα τα οποία προκαλεί ο αχαλίνωτος ανταγωνισμός στο εσωτερικό μιας χώρας, αναπαράγονται σε πιο γιγαντιαίες διαστάσεις στην παγκόσμια αγορά."

Ωστόσο, ο Μαρξ έκλεισε την ομιλία του με την ακόλουθη δήλωση: "Αλλά, σε γενικές γραμμές, το σύστημα προστασίας των ημερών μας είναι συντηρητικό, ενώ το σύστημα ελεύθερου εμπορίου είναι καταστροφικό. Διασπά παλιές εθνότητες και εξωθεί τον ανταγωνισμό του προλεταριάτου και της αστικής τάξης στο πιο ακραίο του σημείο. Με μια λέξη, το σύστημα ελεύθερου εμπορίου επιταχύνει την κοινωνική επανάσταση. Είναι με αυτή την επαναστατική έννοια και μόνο, κύριοι, που ψηφίζω υπέρ του ελεύθερου εμπορίου."


(σ.σ. συγκρίνετε την άποψη του Μαρξ, που δε φοβόταν τη σύγκρουση, με τα λόγια του σημερινού "επαναστάτη" αναγνώστη, που ζητά τρομαγμένος να γυρίσει πίσω τον τροχό της ιστορίας)

Είναι προφανές πως ο Μαρξ δεν τάχθηκε υπέρ του ελεύθερου εμπορίου κυριολεκτικά. "Ψήφιζε" μεταφορικά, υποστηρίζοντας ότι μεταξύ των δύο κακών καπιταλιστικών εναλλακτικών λύσεων, του ελεύθερου εμπορίου και του προστατευτισμού, το ελεύθερο εμπόριο είχε τουλάχιστον το πλεονέκτημα να ασκεί πίεση και να παροξύνει όλες τις αντιφάσεις του καπιταλισμού αναπτύσσοντας τον αντίθετο στο κεφάλαιο πόλο της εργατικής τάξης.

Τα επιχειρήματα του Μαρξ για τον προστατευτισμό είχαν διατυπωθεί κρυφά στην ομιλία του 1848, όπου είπε: "Το να επιβαρύνουμε το ξένο καλαμπόκι με προστατευτικούς δασμούς είναι επαίσχυντο, αφού είναι σαν να κερδοσκοπούμε σε βάρος της πείνας του λαού”.

Ο Μαρξ υποστήριξε, πρώτον, ότι: :”Εάν αυτοί [οι οπαδοί του προστατευτισμού] μιλούν συνειδητά και ανοιχτά προς την εργατική τάξη, τότε θα συνοψίζουν τη φιλανθρωπία τους, με τα παρακάτω λόγια:. Είναι καλύτερα να είναι κανείς αντικείμενο εκμετάλλευσης κάποιου συντοπίτη/συμπατριώτη, παρά των ξένων".

Περαιτέρω: "Το σύστημα των προστατευτικών δασμών θέτει στα χέρια του κεφαλαίου μιας χώρας, τα όπλα που του επιτρέπουν να αψηφά το κεφάλαιο των άλλων χωρών. Αυξάνει τη δύναμη αυτού του κεφαλαίου σε αντίθεση με το ξένο κεφάλαιο, και την ίδια στιγμή αυταπατάται ότι τα ίδια αυτά μέσα θα καταστήσουν το ίδιο κεφάλαιο μικρό και αδύναμο έναντι της εργατικής τάξης. "

Οι Μαρξ και Ένγκελς αναγνώρισαν επίσης το γεγονός ότι οι προηγμένες δυνάμεις προστάτευσαν τις νεοσύστατες βιομηχανίες τους κατά τα πρώτα στάδια της εκβιομηχάνισης. Προπορευόμενες των επιχειρημάτων των υποστηρικτών του προστατευτισμού κατά 150 χρόνια, παραδέχτηκαν τη δίκαιη απαίτηση των νέων βιομηχανικών δυνάμεων να προστατεύσουν τις νεοσύστατες βιομηχανίες τους. Μόνον αυτή η προστασία είτε θα γίνει τρόπος να φέρει τη νέα βιομηχανική δύναμη στην ελευθερία των συναλλαγών ή θα μεταλλαχθεί σε καθεστώς συντηρητικής προστασίας.

Ο Ένγκελς, ωστόσο, υποστήριξε ότι «η εργατική τάξη έχει συμφέρον σε οτιδήποτε βοηθά την αστική τάξη σε μια απρόσκοπτη διακυβέρνηση», αφού «μόνο όταν το πεδίο της μάχης έχει καθαρίσει απ’ όλα τα περιττά εμπόδια» θα μπορούσε να πραγματοποιηθεί η αποφασιστική μάχη ανάμεσα στην εργατική τάξη και την καπιταλιστική τάξη.

Ανάμεσα στα τέλη της δεκαετίας του 1840 και τη δεκαετία του 1880, οι Μαρξ και Ένγκελς συνέχισαν να αποκαλύπτουν την υποκρισία των συνηγόρων και των δύο πολιτικών της προστασίας και του ελεύθερου εμπορίου, και να διαβεβαιώνουν για τα ύψιστα συμφέροντα της εργατικής τάξης.
Όμως, οι Μαρξ και Ένγκελς διατήρησαν τον σκεπτικισμό τους για τον προστατευτισμό.

Συμβούλεψαν μάλιστα σχετικά τους υποστηρικτές τους στο γερμανικό Σοσιαλδημοκρατικό Κόμμα (SPD) με συνέπεια στο συνέδριο του SPD που πραγματοποιήθηκε στο Gotha το 1876, το κόμμα πέρασε ένα ψήφισμα που ανέφερε τα εξής:. "Οι σοσιαλιστές της Γερμανίας δεν ενδιαφέρονται για τον αγώνα μεταξύ ελεύθερου εμπορίου και του προστατευτισμού που έχει προκύψει μέσα από τις γραμμές των ιδιοκτητριών τάξεων. Πρόκειται απλώς για ένα ζήτημα σκοπιμότητας, που θα αποφασιστεί σε κάθε περίπτωση αναλόγως των συνθηκών: τα προβλήματα των εργαζόμενων τάξεων έχουν τη ρίζα τους στις γενικότερες οικονομικές συνθήκες στο σύνολό τους ". (Αύγουστος Μπέμπελ, ‘Η ζωή μου’, 1912, σ.301)

Επίσης συμβούλεψαν τους εκπρόσωπους του SPD στο Κοινοβούλιο να απόσχουν ή να ψηφίσουν κατά μέτρων όπως οι προστατευτικοί δασμοί. Το 1879, ο Ένγκελς έγραφε στον Αύγουστο Μπέμπελ:; «Στην περίπτωση όλων των άλλων οικονομικών ζητημάτων όπως οι προστατευτικοί δασμοί, οι Σοσιαλδημοκράτες βουλευτές οφείλουν να τηρούν πάντα τη ζωτική αρχή να μην ενδίδουν σε τίποτα που αυξάνει τη δύναμη της κυβέρνησης έναντι του λαού. Και αυτό γίνεται ακόμα πιο εύκολη υπόθεση από το γεγονός ότι τα συναισθήματα μέσα το ίδιο το κόμμα θα είναι, φυσικά, πάντα μοιρασμένα σε τέτοιες περιπτώσεις και, επομένως αυτόματα επιστρατεύεται η αποχή, που είναι μια αρνητική στάση». (MECW 45, σ.423)

Ο Ένγκελς έγραφε: «Το ζήτημα των Ελεύθερων Συναλλαγών ή του Προστατευτισμού κινείται αποκλειστικά εντός των ορίων του σημερινού συστήματος της καπιταλιστικής παραγωγής, και ως εκ τούτου, δεν έχει άμεσο ενδιαφέρον για εμάς τους σοσιαλιστές που θέλουμε να καταργήσουμε το σύστημα αυτό.»

Αλλά πρόσθεσε: «Εμμέσως, όμως, [το ελεύθερο εμπόριο] μας ενδιαφέρει στο βαθμό που οφείλουμε να επιθυμούμε όπως το σημερινό σύστημα παραγωγής να αναπτυχθεί και να επεκταθεί όσο πιο ελεύθερα και συντομότερα γίνεται: γιατί μαζί του θα αναπτύξει επίσης εκείνα τα οικονομικά φαινόμενα που είναι αναγκαίες του συνέπειες και τα οποία θα καταστρέψουν ολόκληρο το σύστημα. Από την σκοπιά αυτή, πριν από 40 χρόνια ο Μαρξ τάχθηκε, κατ 'αρχήν, υπέρ του ελεύθερου εμπορίου ως του πιο προοδευτικού σχεδίου, και συνεπώς του σχεδίου αυτού που θα φέρει το συντομότερο σε αδιέξοδο την καπιταλιστική κοινωνία.»
Ο Ένγκελς αφιέρωσε το μεγαλύτερο μέρος της εισαγωγής του στην αντιμετώπιση του ζητήματος του  προστατευτισμού. Πρώτον επανέλαβε το επιχείρημα ότι όλες οι προηγμένες καπιταλιστικές χώρες είχαν προστατέψει τις βιομηχανίες τους στην παιδική ηλικία τους. Έγραψε: «Ήταν κάτω από την ενίσχυση της πτέρυγας του προστατευτισμού που το σύστημα της σύγχρονης βιομηχανίας - η παραγωγή από ατμοκίνητες μηχανές - εκκολάφτηκε και αναπτύχθηκε στην Αγγλία κατά το τελευταίο τρίτο του 18ου αιώνα».

Ωστόσο, ο Ένγκελς ήταν σκεπτικός για το αν οι προστατευτικοί δασμοί θα μπορούσαν να επιτύχουν το επιδιωκόμενο αποτέλεσμα. Υποστήριξε:.. "Ο προστατευτισμός είναι στην καλύτερη περίπτωση μία ατέλειωτη βίδα και ποτέ δεν ξέρεις πότε έχεις ξεμπερδέψεις μαζί της. Προστατεύοντας έναν κλάδο, άμεσα ή έμμεσα βλάπτεις όλους τους άλλους και κατά συνέπεια πρέπει να τους προστατέψεις και αυτούς. Με τον τρόπο αυτό, όμως, ζημιώνεις πάλι τη βιομηχανία που αρχικά προστάτεψες και πρέπει να την αποζημιώσεις. Αλλά η αποζημίωση αυτή ζημιώνει, όπως και προηγουμένως, όλες τις άλλες συναλλαγές και κλάδους που πρέπει επίσης να αποκατασταθούν, και ούτω καθεξής επ’ άπειρον ».

Ο Ένγκελς εισήγαγε δύο άλλα σημαντικά επιχειρήματα. Κατ 'αρχάς, γελοιοποίησε τους προστατευτικούς δασμούς της ρωσικής κυβέρνησης που δήθεν στόχευαν στο να καταστεί αυτή «μια εντελώς αυτοτροφοδοτούμενη χώρα, μην έχοντας πλέον ανάγκη να εισάγει από το εξωτερικό ούτε φαγητό, ούτε πρώτες ύλες, ούτε βιομηχανικά είδη, ούτε άλλα τεχνουργήματα».

Δεύτερον, ο Ένγκελς ήταν οξύτατα επικριτικός στην μεγάλη δύναμη του προστατευτισμού - «το χειρότερο από όλα» όπως έλεγε - που αναπτύχθηκε τη δεκαετία του 1870 στη Γερμανία και την Αγγλία συχνά υπό το σύνθημα του «δίκαιου εμπορίου». Στην Αγγλία, οι Συντηρητικοί είχαν βοηθήσει να δημιουργηθεί η Εθνική Λίγκα του Δίκαιου Εμπορίου στις αρχές της δεκαετίας του 1880. Για τον Ένγκελς ήταν σαφές ότι ένας τέτοιος προστατευτισμός ήταν αντιδραστικός, μόνο δημιουργώντας περιχαρακώσεις και «τραστ» υπέρ των εθνικών κεφαλαίων, όπως ακριβώς οι γερμανοί μεγιστάνες της χαλυβουργίας και η Standard Oil Company των ΗΠΑ. Μέχρι τη δεκαετία του 1880 είχε πλέον ξεκαθαρίσει πως η προστασία δεν ήταν απαραίτητη για τη Γερμανία και τις ΗΠΑ.

Οι μεταγενέστεροι μαρξιστές υιοθέτησαν την προσέγγιση του Μαρξ και του Ένγκελς. Για παράδειγμα, το 1894 ο Λένιν έγραψε: «Αν και τονίζουν πρωτίστως και κατηγορηματικά ότι το πρόβλημα του ελεύθερου εμπορίου και της προστασίας είναι ένα καπιταλιστικό πρόβλημα, ένα πρόβλημα της αστικής πολιτικής, οι Ρώσοι μαρξιστές πρέπει να στηρίξουν το ελεύθερο εμπόριο, δεδομένου ότι ο αντιδραστικός χαρακτήρας της προστασίας, η οποία καθυστερεί την οικονομική ανάπτυξη της χώρας, και εξυπηρετεί τα συμφέροντα όχι του συνόλου της αστικής τάξης, αλλά μόνο μιας χούφτας παντοδύναμων μεγιστάνων, είναι πολύ έντονα εμφανής στη Ρωσία, και λαμβανομένου υπόψη ότι το ελεύθερο εμπόριο σημαίνει επιτάχυνση της διαδικασίας που παράγει τα μέσα της απελευθέρωσης από τον καπιταλισμό.»

Και κάτι ακόμα: Ο "επαναστάτης" αυτός αναγνώστης, υιοθετεί την άποψη ότι "οι καπιταλιστές θέλουν να φτιάξουν μια παγκόσμια διακυβέρνηση". Κι όμως, στην πραγματικότητα ΔΕΝ είναι η πρώτη φορά στην ιστορία που ακούγονται αυτές οι θεωρίες, αλλά, όπως και παλιότερα, έτσι και τώρα, θα διαψευστούν. Ιδού η άποψη του Μπουχάριν για το θέμα, από παλιότερο άρθρο μας:
...Για τον Mπουχάριν, όπως και για τον Λένιν, ο ιμπεριαλισμός είναι μια φάση του ίδιου του καπιταλισμού. Aυτό που είχε αλλάξει από την εποχή που ο Mαρξ ανέλυε το καπιταλισμό, επισημαίνει ο Mπουχάριν, είναι η εμφάνιση των γιγάντιων καπιταλιστικών επιχειρήσεων, που ελέγχουν ολόκληρους κλάδους της οικονομίας κάθε χώρας εξαφανίζοντας ή "καταπίνοντας" τους ανταγωνιστές τους. Aπό ένα σημείο και μετά, η "εθνική" αγορά γίνεται πολύ στενή για τις δραστηριότητες αυτών των γιγάντιων επιχειρήσεων.

H οικονομία γίνεται πραγματικά παγκόσμια, λέει ο Mπουχάριν. Aυτή η εικόνα των αρχών του 20ου αιώνα, είναι πολύ γνώριμη και σε μας σήμερα, με επιχειρήσεις όπως η Nike ή η General Motors να έχουν εργοστάσια σε δεκάδες χώρες, με δισεκατομμύρια δολάρια να κυκλοφορούν κάθε μέρα από τράπεζες και χρηματιστήρια σε κάθε γωνιά του κόσμου. Oπως και στην εποχή του Mπουχάριν έτσι και σήμερα, υπάρχουν απόψεις που λένε ότι σε μια τέτοια παγκόσμια οικονομία τα κράτη και οι ανταγωνισμοί τους είναι αναχρονισμός.

Aυτές οι απόψεις ήταν λάθος και τότε και σήμερα. Oι καπιταλιστές χρειάζονται το δικό τους κράτος. Για να υπερασπίζει τα συμφέροντά τους τόσο στο εσωτερικό όσο και στο εξωτερικό. O καπιταλισμός είναι ένα σύστημα που βασίζεται στον τυφλό, άναρχο ανταγωνισμό για τα κέρδη και αυτό το γεγονός στρέφει το ένα κεφάλαιο ενάντια στον άλλο, στην κούρσα τους για να εξασφαλίσουν περισσότερες αγορές, πρόσβαση στις πρώτες ύλες, πωλήσεις και κέρδη.

Γι' αυτό ο Mπουχάριν τονίζει ότι "Δεν εξυπακούεται από όλα αυτά, ωστόσο, ότι η κοινωνική πρόοδος έχει ήδη φθάσει σε ένα στάδιο κατά το οποίο τα "εθνικά" κράτη να μπορούν να συνυπάρξουν αρμονικά. Kαι αυτό γιατί η διαδικασία της διεθνοποίησης της οικονομικής ζωής δεν είναι με κανένα τρόπο ταυτόσημη με τη διαδικασία της διεθνοποίησης των καπιταλιστικών συμφερόντων... η διαδικασία διεθνοποίησης της οικονομικής ζωής μπορεί να οξύνει -και όντως το κάνει- σε υψηλό βαθμό, τη σύγκρουση συμφερόντων ανάμεσα στις διάφορες "εθνικές" ομάδες της αστικής τάξης". Δηλαδή "η πορεία της οικονομικής εξέλιξης δημιουργεί παράλληλα με τη διαδικασία αυτή, μια ανάστροφη τάση προς την εθνικοποίηση των καπιταλιστικών συμφερόντων". Aυτή η διαδικασία φτάνει σε τέτοιο βαθμό, υποστηρίζει ο Mπουχάριν ώστε το κράτος και το κεφάλαιο γίνονται αξεχώριστα, ένα ενιαίο "κρατικο-καπιταλιστικό τραστ".
Η φράση-κλειδί στην οποία θα εστιάσουμε είναι το ότι "η πορεία της οικονομικής εξέλιξης δημιουργεί παράλληλα με τη διαδικασία αυτή, μια ανάστροφη τάση προς την εθνικοποίηση των καπιταλιστικών συμφερόντων".

Αυτό ακριβώς είναι που συμβαίνει σήμερα: Η "παγκοσμιοποίηση" έχει ουσιαστικά "φάει τα ψωμιά της", και ο καπιταλισμός συμπεριφέρεται, όπως ακριβώς το είχε αναλύσει ο Μπουχάριν, ως...γιο-γιο (το γνωστό παιδικό παιχνίδι που απλώνεται και μετά ξαναδιπλώνει πάνω στην κλωστή).

Όταν έπεσε το πρώην "Ανατολικό μπλοκ", ο καπιταλισμός επεκτάθηκε, έγινε πραγματικά παγκόσμιος, καθώς ενσωμάτωσε τόσο το "ανατολικό μπλοκ", όσο -κυρίως- την Κίνα.

Τώρα όμως που τα ολιγοπώλια-μονοπώλια των πολυεθνικών αλωνίζουν, συνθλίβοντας τους μικρομεσαίους κεφαλαιοκράτες, που δε μπορούν να αντέξουν τον ανταγωνισμό, η μεσαία τάξη θα ήθελε να επιστρέψει το παλιό καθεστώς (δασμοί, προστατευτισμός, κτλ).

Η "ζημιά" βέβαια έχει ήδη γίνει: Ο καπιταλισμός δε "θα" γίνει ένα παγκόσμιο σύστημα, ο καπιταλισμός είναι ήδη ένα παγκόσμιο σύστημα: Πρώτες ύλες από εδώ, εργάτες από εκεί, το τάδε πράγμα παράγεται εκεί, το τίνα εδώ, κτλ, κτλ, κτλ. Με μια μικρή ολιγαρχία να ελέγχει επί της ουσίας τα πάντα (έχουμε δει ένα σωρό μελέτες που πιστοποιούν "του λόγου το αληθές" - ας δούμε και μια "φρέσκια", που δείχνει ότι το χάσμα πλούσιων φτωχών εξακολουθεί να μεγαλώνει διαρκώς, και πλέον "το 0,9% των νοικοκυριών κατέχει το 39% του παγκόσμιου πλούτου").

Άρα, αν θέλουμε αυτό το παγκόσμιο σύστημα να λειτουργήσει υπέρ της πλειοψηφίας, των εργατών αυτού του κόσμου δηλαδή που παράγουν όλον αυτό τον πλούτο, θα πρέπει αναγκαστικά να χτυπηθεί η εξουσία αυτής της ολιγαρχίας.

Αλλιώς, η ιστορία δείχνει το που θα μπορούσαμε να οδηγηθούμε: Στην προηγούμενη μεγάλη κρίση του καπιταλισμού, στο Μεγάλο Κραχ του 1929, οι εργάτες δεν ανέτρεψαν τον καπιταλισμό. Οι καπιταλιστές γύρισαν λοιπόν στο "έθνος-κράτος" βάζοντας δασμούς ο ένας εναντίον του άλλου, αγοράζοντας εθνικά προϊόντα (ο καθένας τα δικά του), ώστε ο καθένας να ενισχύσει όσο το δυνατόν περισσότερο τη δικιά του ντόπια ολιγαρχία βιομηχάνων, τραπεζών, κτλ έναντι των υπολοίπων (πχ οι Αμερικάνοι "αγοράζουν Αμερικάνικα", οι Κινέζοι "αγοράζουν Κινέζικα", Οι Ρώσοι "αγοράζουν Ρώσικα", οι Έλληνες "αγοράζουν Ελληνικά", κτλ, κτλ, κτλ. Δείτε επίσης την άνοδο κινημάτων του στιλ "Αληθινοί Φινλανδοί" - λες και άλλοι Φινλανδοί είναι ψεύτικοι. Αυτά τα κινήματα εθνικισμού έχουν ως ιδεολογικό κέντρο αναφοράς τους ακριβώς αυτή την επιστροφή στο "έθνος-κράτος" την οποία περιέγραφε ο Μπουχάριν έναν αιώνα πριν).

Έτσι όμως ξηλώνουν το σύστημα που οι ίδιοι οι καπιταλιστές δημιούργησαν - και έτσι πετάνε στο καλάθι των αχρήστων πολλούς που οι δουλειές τους εξαρτούνται από το διεθνή αυτό καταμερισμό εργασίας. Α, και επίσης εντείνουν τον ανταγωνισμό ανάμεσα στα κράτη. Μια δεκαετία μετά το ξέσπασμα της κρίσης του 1929, τα κράτη έκαναν...το δεύτερο (ως τώρα) Παγκόσμιο Πόλεμο.

Εδώ το πως εξηγεί το φαινόμενο ο Μπουχάριν:
...O καπιταλιστικός ανταγωνισμός μεταφέρεται σε παγκόσμιο επίπεδο και το όπλο στο οποίο καταφεύγουν οι "εθνικές ομάδες της άρχουσας τάξης" είναι το κράτος και η δύναμή του. Tο κράτος έχει τη δύναμη να φτιάχνει νόμους που τις συμφέρουν, να κανονίζει τη φορολογία, να επιβάλει δασμούς σε ξένες επιχειρήσεις ή να επιδοτεί τους "δικούς του" καπιταλιστές σε βάρος των ανταγωνιστών του, οι καυγάδες για τις επιδοτήσεις ανάμεσα στις HΠA και την E.E. σήμερα είναι ένα τέτοιο παράδειγμα. Πάνω από όλα, το κράτος έχει στη διάθεσή του τα όπλα, την στρατιωτική ισχύ.

"Eαν η κρατική ισχύς γενικά αυξάνεται σε σημασία" γράφει ο Mπουχάριν "η ανάπτυξη της στρατιωτικής της οργάνωσης, δηλαδή του στρατού και του ναυτικού, είναι ιδιαίτερα εντυπωσιακή. H σχέση των κρατικών καπιταλιστικών τραστ κρίνεται κατά πρώτο λόγο από τη σχέση των στρατιωτικών τους δυνάμεων, διότι η στρατιωτική ισχύς μια χώρας είναι το τελευταίο καταφύγιο των ανταγωνιζόμενων "εθνικών" ομάδων των καπιταλιστών". Γράφει εξηγώντας το ρόλο που παίζουν οι πολεμικές βιομηχανίες και τα αφεντικά τους "...όπως είναι αλήθεια ότι δεν είναι οι χαμηλές τιμές που προκαλούν τον ανταγωνισμό αλλά, αντίθετα, ο ανταγωνισμός είναι αυτός που προκαλεί τις χαμηλές τιμές, αποτελεί εξίσου αλήθεια ότι δεν είναι η ύπαρξη των όπλων η πρωταρχική αιτία και η κινητήρια δύναμη στους πολέμους... αλλά αντίθετα το αναπόφευκτο των οικονομικών συγκρούσεων καθορίζει την ύπαρξη των όπλων. Aυτός είναι ο λόγος για τον οποίο στην εποχή μας, που οι οικονομικές συγκρούσεις έχουν φθάσει σε ασυνήθιστο βαθμό έντασης, είμαστε μάρτυρες ενός τρελού οργίου εξοπλισμών". (σας θυμίζουν τίποτα όλα αυτά; )

H ανάλυση που κάνει ο Mπουχάριν στο "Iμπεριαλισμός και Παγκόσμια Oικονομία" έβαζε τον πόλεμο και τους κρατικούς ανταγωνισμούς στο κέντρο της λειτουργίας του σύγχρονου καπιταλισμού της εποχής του. Aυτή η θεωρία επιβεβαιώθηκε -με τραγικό τρόπο- στα χρόνια που ακολούθησαν τον A' Παγκόσμιο Πόλεμο. Oταν ξέσπασε η παγκόσμια οικονομική κρίση στη δεκαετία του '30, η κάθε μεγάλη καπιταλιστική χώρα απάντησε υψώνοντας προστατευτικά τείχη γύρω από την οικονομία της και τη σφαίρα επιρροής της. Aυτό που ακολούθησε ήταν μια κούρσα εξοπλισμών που κατέληξε σε έναν δεύτερο παγκόσμιο πόλεμο με έπαθλο την παγκόσμια ηγεμονία, ανάμεσα στους "χορτάτους" και τους "πεινασμένους" ιμπεριαλισμούς.

Σίγουρα ο ιμπεριαλισμός των αρχών του 21ου αιώνα δεν είναι ο ίδιος με τον ιμπεριαλισμό των αρχών του 20ου -αν και τον θυμίζει όλο και περισσότερο.
Όπως και τότε, έτσι και σήμερα το καπιταλιστικό σύστημα "φεύγει" από την πλήρη υποστήριξη της "παγκοσμιοποίησης", που την υποστηρίζουν κυρίως τα τμήματα του "μεγάλου" (πολυεθνικού) κεφαλαίου. Αυτοί εξάλλου έχουν μεταφέρει την παραγωγή εκτός Δύσης, δε θέλουν δασμούς γιατί θα χάσουν λεφτά. Το μικρομεσαίο κεφάλαιο όμως, που συνθλίβεται καθημερινά από τις "απειλητικές ορδές" των made in China προιόντων, που είναι φτηνότερα, πολύ θα ήθελε δασμούς. Πώς να παράγεις άλλωστε κάτι, όταν έχεις να ανταγωνιστείς στα ίσα τα κινέζικα προιόντα; Και δεν υπάρχειμια οργανωμένη εργατική τάξη, να πάρει αυτή την εξουσία, δημιουργώντας ένα ντόμινο επανάστασης, ώστε να τελειώνουμε με τα διαρκή γιο-γιο των καπιταλιστών, προκειμένου να μας ρημάζουν κατ' όπως τους συμφέρει.

Εδώ ο Ρ. Βρανάς στα "Νέα":
..Ολοένα και πιο συχνά καταφεύγουν πίσω από ένα τείχος προστατευτισµού. Στο νέο προεκλογικό τους πρόγραµµα, οι γάλλοι Σοσιαλιστές γράφουν: «Η Ευρώπη είναι η µοναδική ήπειρος που επιβάλλει το ελεύθερο εµπόριο στον εαυτό της, σε έναν κόσµο που διαρκώς κάνει εξαιρέσεις». Πρόκειται για µια απόπειρα να ξανακερδίσουν τους χαµένους τής παγκοσµιοποίησης, τους άνεργους, τους ανθρώπους της αποδεκατισµένης εργατικής και µεσαίας τάξης που βλέπουν το βιοτικό τους επίπεδο να καταβαραθρώνεται διαρκώς.

Την ίδια ώρα που οι µικρές ευρωπαϊκές χώρες εξακολουθούν να ζουν ανάµεσα στα συντρίµµια της αγροτικής παραγωγής τους, που διαλύθηκε από την «κοινή αγροτική πολιτική», στις µεγάλες ευρωπαϊκές χώρες τα συµφέροντα των παραγωγών αρχίζουν να παίρνουν το πάνω χέρι. Το γαλλικό αγροτικό λόµπι παρέχει σήµερα στον Σαρκοζί µια ισχυρή βάση στήριξης. Η µοναδική ευρωπαϊκή χώρα που µένει αδιάφορη µπροστά σε αυτή την τάση επανόδου στον προστατευτισµό είναι η µοναδική ευνοηµένη από την παγκοσµιοποίηση: η Γερµανία. «Η Κίνα θα γίνει το εργοστάσιο του κόσµου, αλλά εµείς θα είµαστε εκείνοι που θα φτιάξουν αυτό το εργοστάσιο», επαιρόταν πρόσφατα γερµανός βιοµήχανος.

Οι πολιτικές που ακολουθούν οι µεγάλες ευρωπαϊκές χώρες µοιάζουν µε µια επιστροφή στους παλιούς ανταγωνισµούς των µεγάλων δυνάµεων. Σε ένα περιβάλλον γενικευµένης οικονοµικής κρίσης, οι ευρωπαϊκές συνθήκες δεν δείχνουν ικανές να συγκρατήσουν αυτούς τους ανταγωνισµούς. Ούτε να συντηρήσουν τα ιδεολογήµατα ευρωπαϊστών όπως ο Μονέ, ο Σουµάν ή ακόµη και ο Ντελόρ. Οι ισχυρές ευρωπαϊκές χώρες ανακαλούν βαθµηδόν µε κάθε ευκαιρία τα όποια κυριαρχικά δικαιώµατα είχαν εκχωρήσει στην υπερεθνική (και ενίοτε ενωµένη) Ευρώπη. Το ευρωπαϊκό σύνολο αδυνατίζει «από µια αναδίπλωση των πλούσιων, που δεν θέλουν πια να ακούνε να τους µιλούν για τους φτωχούς», γράφει ο αρθρογράφος Ιβ Αρτέ στη γαλλική εφηµερίδα «Σιντ-Ουέστ».
Μια τελευταία σημείωση:

Στην εποχή του Λένιν, υπήρχε η θεωρία του "υπεριμπεριαλισμού" από τον Κάουτσκι, ο οποίος διέβλεπε ότι τάχα οι "ξύπνιοι" ιμπεριαλιστές θα έπρεπε να ενωθούν όλοι μαζί, ώστε να μεγιστοποιήσουν έτσι το ξεζούμισμα της εργατικής τάξης σε παγκόσμιο επίπεδο. Ο Λένιν όμως είδε ότι αυτό ήταν λάθος συμπέρασμα, και μίλησε από πριν για τον επερχόμενο ΠΟΛΕΜΟ ανάμεσα στους ιμπεριαλιστές, κριτικάροντας άγρια τις θεωρίες του Κάουτσκι για μια "παγκόσμια διακυβέρνηση". Και αποδείχθηκε σωστός: Οι ιμπεριαλιστές όντως ΔΕΝ ενώθηκαν, αντίθετα έβγαλαν τα μαχαίρια και πολέμησαν μεταξύ τους για το ποιος θα πάρει τι. Αυτοί δεν πρόκειται ΠΟΤΕ να συνεργασθούν, πάντα θα παλεύουν μεταξύ τους για τη λεία.

Επίσης, μία ακόμα σημείωση: Οι σοσιαλδημοκράτες της εποχής του Λένιν, όταν ξέσπασε ο Α' Παγκόσμιος πόλεμος πήραν το μέρος ο καθένας της άρχουσας τάξης της χώρας του, καλώντας του εργάτες να πολεμήσουν. Μόνο οι Μπολσεβίκοι πήραν από την αρχή ξεκάθαρη θέση ΕΝΑΝΤΙΟΝ του πολέμου, και τον κατήγγειλαν ως έναν πόλεμο που απλά εξυπηρετούσε τα συμφέροντα των ιμπεριαλιστών, καλώντας τους εργάτες να επαναστατήσουν, αντί να πολεμήσουν για χατήρι των εκμεταλλευτών τους.

ΑΥΤΗ είναι η αριστερά που χρειάζεται σήμερα, μια αριστερά που κινείται με βάση τα συμφέροντα του εργάτη, και όχι μια αριστερά που καλεί τον εργάτη κάθε χώρας να στηρίξει τη ντόπια ολιγαρχία εναντίον των ξένων.